Τι προβλέπει η ελληνική νομοθεσία για τα μηχανήματα βιοσυντονισμού; Είναι παράνομη η αγορά και η λειτουργία τους εντός των συνόρων; Μπορούν οι εναλλακτικές αυτές μέθοδοι να συμβάλλουν στη μείωση του σωματικού βάρους; Και ποιες ιατρικές ειδικότητες μπορούν να υποβάλλουν τους ασθενείς σε ενέσιμες θεραπείες;
Αυτά είναι μόνον μερικά από τα ερωτήματα που προκύπτουν το τελευταίο διάστημα, ενόσω οι έλεγχοι του υπουργείου Υγείας με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) διαπιστώνουν το μέγεθος της αναρχίας στις υπηρεσίες υγείας και κυρίως ευεξίας.
Ο νομοθέτης, πάντως, έχει ήδη μεριμνήσει να αναδείξει τις «κενές» υποσχέσεις της μεθόδου του βιιοσυντονισμού ήδη από το 2016, υπογραμμίζοντας ότι δεν υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση. Και παρότι δεν απαγορεύει την αγορά τους, υπογραμμίζει ότι η λειτουργία κέντρων βιοσυντονισμού θα πρέπει να υπόκειται στους ίδιους αυστηρούς κανόνες ασφαλείας, προδιαγραφών χώρου και αδειών λειτουργίας που ισχύουν για τα εργαστήρια με μηχανήματα ακτινοβολιών.
Είναι αξιοσημείωτο, δε, ότι την ίδια ημέρα εκδόθηκε μία ακόμη υπουργική απόφαση για τα μηχανήματα ελέγχου τροφικής δυσανεξίας (που συχνά βασίζονται και αυτά σε αρχές βιοσυντονισμού), ξεκαθαρίζοντας ότι δεν σχετίζονται με το αδυνάτισμα ή τον μεταβολισμό.
Σε αυτήν μεταξύ άλλων αναφέρεται:
«Η χρησιμοποίηση των τεστ δυσανεξίας σε προγράμματα απώλειας βάρους δεν έχει καμία επιστημονική βάση, αφενός διότι τα τεστ τα οποία χρησιμοποιούνται δεν έχουν διαγνωστική αξία, αφετέρου διότι οι τροφικές δυσανεξίες δεν σχετίζονται με την απώλεια βάρους. Συνεπώς, τα τεστ αυτά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε διαιτολογικά κέντρα, ως εργαλεία τα οποία καθορίζουν τα προγράμματα απώλειας βάρους, αφενός διότι ουδέν αποτέλεσμα έχουν, αφετέρου διότι μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές διατροφικές ελλείψεις με τον αποκλεισμό τροφών, οι οποίες σύμφωνα με το τεστ μπορούν να προκαλέσουν τροφικές δυσανεξίες».
Τον περασμένο Απρίλιο απόφαση του υπουργείου Υγείας διευκρίνισε ότι οι ενέσιμες πράξεις αισθητικής ιατρικής και ειδικότερα οι θεραπείες υαλουρονικού οξέος μπορούν εφεξής να διενεργούνται αποκλειστικά από ιατρούς τριών ειδικοτήτων: της Πλαστικής Χειρουργικής, της Δερματολογίας και της Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής.
Με τον τρόπο αυτό επιχειρήθηκε να κλείσει το «παράθυρο» που είχε δημιουργηθεί για την εκτέλεση των συγκεκριμένων αισθητικών πράξεων και από άλλες ιατρικές ειδικότητες. Για την ιστορία, ο «πόλεμος» για τις ενέσιμες θεραπείες, συμπεριλαμβανομένων των Botox, ξέσπασε το 2024, όταν υπουργική απόφαση εκείνης της χρονιάς όριζε μεν ως βασικές τις ίδιες τρεις ειδικότητες, προέβλεψε όμως και σημαντικές εξαιρέσεις.
Έτσι, ιατροί των ειδικοτήτων της Νευρολογίας, της Νευροχειρουργικής και της Οφθαλμολογίας έλαβαν τότε το «πράσινο φως» να χορηγούν ενέσιμες θεραπείες αποκλειστικά για θεραπευτικούς σκοπούς, τοπικά στην πάσχουσα περιοχή και για συγκεκριμένες επιστημονικά τεκμηριωμένες ενδείξεις. Άμεση ήταν η αντίδραση των οδοντοτιάτρων, οι οποίοι εν τέλει συμπεριλήφθηκαν στην ίδια λίστα, επιτρέποντάς τους τη χρήση αλλαντικής τοξίνης μόνο για θεραπευτικό σκοπό.
Ωστόσο, στην πράξη και όπως αποδείχθηκε, η διευρυμένη λίστα των εξαιρέσεων δημιούργησε μια γκρίζα ζώνη ως προς τα όρια άσκησης των ενέσιμων αισθητικών πράξεων και τον αποτελεσματικό έλεγχό τους.