Παρά το γεγονός ότι παραμένει σε μεγάλο βαθμό έξω από τη δημόσια συζήτηση, ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές σε εγκύους, έμβρυα, ανοσοκατεσταλμένους και μεταμοσχευμένους. Για τον γενικό πληθυσμό, η λοίμωξη συνήθως δεν προκαλεί σοβαρά προβλήματα, ωστόσο σε συγκεκριμένες ομάδες μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία.
Τους κινδύνους που συνδέονται με τον ιό, τους τρόπους μετάδοσης, αλλά και τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και παρακολούθησης περιγράφει ο καθηγητής Κλινικής Ιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και διευθυντής του Εργαστηρίου Κλινικής Ιολογίας στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου, Γιώργος Σουρβίνος.
Μιλώντας στο Πρακτορείο FM και στην Τάνια Μαντουβάλου, με αφορμή το 19ο διεθνές συνέδριο για τον κυτταρομεγαλοϊό, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από την 1η έως τις 4 Νοεμβρίου, ο καθηγητής εξηγεί ότι η συγγενής λοίμωξη μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες για την ανάπτυξη των παιδιών.
Υπολογίζεται ότι το 25% των περιπτώσεων βαρηκοΐας και το 10% των περιπτώσεων εγκεφαλικής παράλυσης στα παιδιά συνδέονται με τη συγγενή λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό. Ωστόσο, η μόλυνση ενός νεογνού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα εμφανίσει κάποια διαταραχή. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, το 80-85% των παιδιών που γεννιούνται με τον ιό δεν παρουσιάζουν συμπτώματα.
Ο κυτταρομεγαλοϊός είναι ένας ιός που ανήκει στην οικογένεια των ερπητοϊών και μπορεί να παραμένει στον οργανισμό σε λανθάνουσα κατάσταση, για να επανενεργοποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο.
Η συχνότητά του διαφέρει ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης κάθε χώρας. Όπως αναφέρει ο κ. Σουρβίνος, στις ανεπτυγμένες χώρες το ποσοστό του πληθυσμού που έχει έρθει σε επαφή με τον ιό κυμαίνεται από 40% έως 60%, ενώ στις αναπτυσσόμενες και υποανάπτυκτες χώρες φτάνει το 90%-100%.
Παρότι στους περισσότερους ανθρώπους η λοίμωξη περνά απαρατήρητη, μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα όταν αφορά εγκύους, έμβρυα ή άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.
Ο κυτταρομεγαλοϊός βρίσκεται σε διάφορα σωματικά υγρά, κυρίως στο σάλιο και στα ούρα, και μπορεί να μεταδοθεί μέσω της άμεσης επαφής, όπως με ένα φιλί ή με τη χρήση κοινών σκευών.
Ο καθηγητής επισημαίνει ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στις καθημερινές συνήθειες κατά τη φροντίδα μικρών παιδιών. Η επαφή με το σάλιο τους, αλλά και με τα ούρα κατά την αλλαγή της πάνας, μπορεί να αποτελέσει τρόπο μετάδοσης του ιού.
Η μετάδοση από τη μητέρα στο έμβρυο πραγματοποιείται μέσω του πλακούντα. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε όταν η γυναίκα μολυνθεί για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είτε όταν ένας ιός που υπήρχε ήδη στον οργανισμό της επανενεργοποιηθεί.
«Όπως και οι άλλοι ερπητοϊοί, ο κυτταρομεγαλοϊός παραμένει στον οργανισμό σε λανθάνουσα κατάσταση και μπορεί να επανενεργοποιηθεί», εξηγεί ο κ. Σουρβίνος, υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και καθημερινές συνήθειες, όπως ένα φιλί, η χρήση κοινού ποτηριού ή η αλλαγή πάνας, μπορούν να αποτελέσουν κρίκους στην αλυσίδα μετάδοσης.
Η συγγενής λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό μπορεί να προκαλέσει σοβαρές νευρολογικές και αναπτυξιακές επιπλοκές. Σύμφωνα με τον καθηγητή, αποτελεί το δεύτερο αίτιο νευρολογικής αναπηρίας στα παιδιά μετά το σύνδρομο Down.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις δεν είναι απαραίτητο να εμφανιστούν αμέσως μετά τη γέννηση. Ακόμη και όταν ένα νεογνό δεν παρουσιάζει συμπτώματα, απαιτείται παρακολούθηση για τουλάχιστον πέντε χρόνια από ομάδα ειδικών, στην οποία συμμετέχουν παιδίατροι, λοιμωξιολόγοι, νευρολόγοι, ωτορινολαρυγγολόγοι, φυσικοθεραπευτές, αναπτυξιολόγοι, εργοθεραπευτές και λογοθεραπευτές.
Πρόκειται για μια μακρά διαδικασία, η οποία, όπως επισημαίνει ο κ. Σουρβίνος, έχει σημαντικό ψυχολογικό και οικονομικό κόστος τόσο για τις οικογένειες όσο και για τα συστήματα υγείας.
Σε ανθρώπους με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, αλλά και σε μεταμοσχευμένους ασθενείς, ο κυτταρομεγαλοϊός μπορεί να προκαλέσει άμεσες βλάβες σε διάφορα όργανα.
Μεταξύ των πιθανών επιπλοκών περιλαμβάνονται η πνευμονίτιδα, η γαστρεντερίτιδα, η κολίτιδα, η ηπατίτιδα και η αμφιβληστροειδίτιδα. Σε σπανιότερες περιπτώσεις μπορεί να προσβάλει το κεντρικό νευρικό σύστημα, ενώ ενδέχεται να προκαλέσει αιματολογικές διαταραχές, όπως λευκοπενία, θρομβοπενία και αναιμία.
Ιδιαίτερα σοβαρές μπορεί να είναι οι συνέπειες για τους μεταμοσχευμένους, καθώς η λοίμωξη είναι δυνατόν να επιβαρύνει τη λειτουργία του μοσχεύματος ή ακόμη και να οδηγήσει στην απόρριψή του.
Η ανίχνευση αντισωμάτων κατά του κυτταρομεγαλοϊού σε μια έγκυο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το έμβρυο έχει μολυνθεί ή ότι κινδυνεύει να εμφανίσει επιπλοκές.
Όπως εξηγεί ο καθηγητής, απαιτείται συνδυασμός ορολογικών εξετάσεων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πρόκειται για πρόσφατη ή παλαιότερη λοίμωξη. Ανάλογα με τα ευρήματα και εφόσον κριθεί απαραίτητο, μπορεί να ακολουθήσει αμνιοπαρακέντηση μετά την 21η εβδομάδα της κύησης, ώστε να αναζητηθεί με μοριακή εξέταση το DNA του ιού στο αμνιακό υγρό.
Παράλληλα, πραγματοποιούνται απεικονιστικές εξετάσεις του εμβρύου, όπως υπερηχογραφικός έλεγχος και μαγνητική τομογραφία, για την αξιολόγηση πιθανών ευρημάτων, μεταξύ άλλων και στον εγκέφαλο.
Με βάση το σύνολο των εξετάσεων, οι ειδικοί αξιολογούν την πρόγνωση και ενημερώνουν το ζευγάρι τόσο για όσα είναι γνωστά όσο και για τις αβεβαιότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν, ώστε να μπορεί να λάβει τις αποφάσεις του.
Ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τη διεθνή επιστημονική κοινότητα είναι εάν θα πρέπει να εφαρμοστεί καθολικός έλεγχος όλων των νεογνών για συγγενή λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό.
Σύμφωνα με τον κ. Σουρβίνο, στην Ολλανδία και σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ έχουν ήδη εφαρμοστεί προγράμματα νεογνικού ελέγχου, ωστόσο δεν ακολουθείται ενιαία πρακτική σε διεθνές επίπεδο. Οι απόψεις των επιστημόνων για την καθιέρωση καθολικού screening εξακολουθούν να διίστανται.
Στην Ελλάδα υπάρχουν λίγα εξειδικευμένα κέντρα που παρέχουν σχετική συμβουλευτική. Στο διεθνές συνέδριο της Αθήνας συζητήθηκαν, μεταξύ άλλων, τρόποι βελτίωσης της έγκαιρης ανίχνευσης και παρακολούθησης της μητέρας και του εμβρύου, καθώς και η χρήση αντιικών φαρμάκων. Τα συγκεκριμένα φάρμακα παρουσιάζουν μεγάλη αποτελεσματικότητα στα αρχικά στάδια της λοίμωξης, αν και η επιμονή του ιού μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας.
Ιδιαίτερη προσοχή συνιστάται στις εγκύους που έχουν ήδη μικρά παιδιά, καθώς η καθημερινή επαφή μαζί τους μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα έκθεσης στον ιό.
Ο καθηγητής Γιώργος Σουρβίνος δίνει τρεις απλές συμβουλές για την πρόληψη της μετάδοσης:
Οι απλές αυτές συνήθειες υγιεινής μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό της έκθεσης στον κυτταρομεγαλοϊό, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.