GLP-1: Μπορεί αυτό το φάρμακο να «φρενάρει» επιτέλους τον καρκίνο;

22 Αυγούστου 2026, 22:34
Μοιραστείτε το:
GLP-1: Μπορεί αυτό το φάρμακο να «φρενάρει» επιτέλους τον καρκίνο;

Μπορεί ένα φάρμακο που δημιουργήθηκε για τον διαβήτη και  εξελίχθηκε σε best seller για την απώλεια βάρους να έχει ένα ακόμη, πολύ διαφορετικό, όφελος;

Το ερώτημα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της έρευνας για τα φάρμακα GLP-1, καθώς ολοένα περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι οι δημοφιλείς θεραπείες, όπως η σεμαγλουτίδη, μπορεί να συνδέονται όχι μόνο με απώλεια κιλών αλλά και με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ή εξέλιξης ορισμένων καρκίνων.

Πληθώρα δεδομένων

Δεν είναι τυχαίο ότι στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO) παρουσιάστηκε πληθώρα νέων δεδομένων. Μελέτες σε πραγματικές συνθήκες έδειξαν συσχέτιση με μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων καρκίνων, μικρότερη πιθανότητα μετάστασης και υψηλότερη επιβίωση ασθενών.

Για παράδειγμα, μελέτη του 2024 σε περισσότερους από 1,6 εκατομμύρια ανθρώπους με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έδειξε χαμηλότερα ποσοστά εμφάνισης σε 10 από τους 13 καρκίνους που σχετίζονται με την παχυσαρκία, σε όσους λάμβαναν GLP-1 εν συγκρίσει με εκείνους που έπαιρναν ινσουλίνη.

Μελέτη με 87.000 ενηλίκους

Ενα χρόνο μετά, μία ακόμη μελέτη, στην οποία συμμετείχαν περίπου 87.000 ενήλικοι, κατέληξε ότι όσοι ξεκινούσαν θεραπεία με τα συγκεκριμένα φάρμακα είχαν περίπου 17% χαμηλότερη συχνότητα καρκίνου συνολικά. Οι πιο έντονες μειώσεις αφορούσαν τον καρκίνο του ενδομητρίου, των ωοθηκών και το μηνιγγίωμα, έναν τύπο όγκου του εγκεφάλου.

Αποδείξεις

Εντούτοις, αν και τα ευρήματα αυτά είναι αρκετά εντυπωσιακά και ελπιδοφόρα, η επιστημονική κοινότητα αναζητά επιπλέον αποδείξεις.

Ενδεικτική η τοποθέτηση του Ziyad Al-Aly, γιατρός και κλινικός επιδημιολόγος στην Washington University in St. Louis, ο οποίος σημειώνει στο περιοδικό «The Conversation» ότι «οι τίτλοι έχουν προχωρήσει πολύ πιο γρήγορα από την επιστήμη».

Και προσθέτει με νόημα ότι το γεγονός ότι οι μελέτες δείχνουν χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου στους χρήστες GLP-1 δεν σημαίνει αυτομάτως ότι τα φάρμακα είναι εκείνα που προκαλούν αυτή τη μείωση.

Ο μεγάλος βαθμός δυσκολίας

Πρόκειται, άλλωστε, για ένα ερευνητικό πεδίο που χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό δυσκολίας. Οι περισσότερες μέχρι σήμερα μελέτες είναι παρατηρητικές – δηλαδή, συγκρίνουν εκείνους που λαμβάνουν GLP-1 με μια δεύτερη ομάδα που δεν τα παίρνουν.

Οι δύο ομάδες, όμως, όπως σημείωνε ο δρ Al-Aly μπορεί να διαφέρουν εξαρχής. Πώς; Οσοι έχουν πρόσβαση σε αυτά τα φάρμακα μπορεί να παρακολουθούν συστηματικότερα την υγεία τους, να έχουν καλύτερη πρόσβαση στην περίθαλψη ή διαφορετικό τρόπο ζωής.

O ίδιος προσθέτει, μεταξύ άλλων, ότι ο καρκίνος δεν αναπτύσσεται μέσα σε λίγους μήνες. Επομένως, όταν μια μελέτη καταγράφει εντυπωσιακή μείωση του κινδύνου λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας, είναι δύσκολο να γνωρίζουμε αν πρόκειται για πραγματική αντικαρκινική δράση ή για τυχαίο χαρακτηριστικό των ανθρώπων που ξεκίνησαν το φάρμακο.

Επανάσταση

Αυτός είναι και ο λόγος που οι επιστήμονες επενδύουν σε μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες, ώστε να αποσαφηνιστούν τα γενικότερα οφέλη της συγκεκριμένης αγωγής στους χρήστες της. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα φάρμακα GLP-1, όπως η σεμαγλουτίδη, η λιραγλουτίδη και τα νεότερα GLP-1/GIP, όπως η τιρζεπατίδη, έχουν φέρει επανάσταση στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Σε ό,τι αφορά όμως τον καρκίνο, η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη», υπογραμμίζει στα «ΝΕΑ» η παθολόγος και καθηγήτρια Θεραπευτικής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής στο ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου.

Προσοχή στην ερμηνεία

Υπάρχουν, εντούτοις, ορισμένοι λόγοι που επιβάλλουν προσοχή στην ερμηνεία των μέχρι σήμερα δεδομένων. «Ο καρκίνος χρειάζεται πολλά χρόνια για να αναπτυχθεί, ενώ δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο, αλλά μια ετερογενή ομάδα κακοηθειών, με διαφορετική προδιαθεσική σχέση με την παχυσαρκία.

Παράλληλα, οι περισσότερες κλινικές μελέτες των GLP-1 δεν έχουν σχεδιαστεί πρωτίστως για να εξετάσουν τον καρκίνο και συνήθως δεν περιλαμβάνουν ασθενείς που έχουν ήδη διαγνωστεί με κακοήθεια», διευκρινίζει. Και συμπληρώνει ότι είναι επίσης διαφορετικό να εξετάζουμε αν τα GLP-1 επηρεάζουν την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου και διαφορετικό το αν επηρεάζουν την επιβίωση ενός ασθενή με κακοήθεια.

Τα 4 βασικά ερωτήματα

Στο ερώτημα τι γνωρίζουμε εν τέλει έως σήμερα και τι μένει να διερευνηθεί, η ίδια, στέκεται σε τέσσερα βασικά ερωτήματα. Το πρώτο βασικό ερώτημα είναι αν τα φάρμακα «νέας γενιάς» μπορούν να προκαλέσουν καρκίνο, με τα ευρήματα να είναι γενικά καθησυχαστικά.

«Μεγάλες μετα-αναλύσεις δεν δείχνουν συνολική αύξηση του κινδύνου καρκίνου. Το δεύτερο ερώτημα είναι αν μπορεί να έχουν προστατευτική δράση κι αν αυτή αφορά μόνον ορισμένες ομάδες του πληθυσμού (π.χ. διαβητικοί ή παχύσαρκοι).

Οι τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες και οι μετα-αναλύσεις τους δείχνουν ότι ενδέχεται να υπάρχει σε ορισμένους καρκίνους, ωστόσο δεν διαθέτουμε ακόμη επαρκή δεδομένα για να μιλήσουμε για αποδεδειγμένη πρόληψη του καρκίνου».

Ενα τρίτο σημαντικό κεφάλαιο προς εξέταση είναι αν μπορούν να βελτιώσουν την έκβαση ασθενών που ήδη πάσχουν από καρκίνο, είτε κατά τη διάρκεια της ογκολογικής θεραπείας, για παράδειγμα παράλληλα με ανοσοθεραπεία, είτε μετά την ολοκλήρωσή της.

«Υπάρχουν πιθανοί μηχανισμοί που θα μπορούσαν να εξηγήσουν μια τέτοια επίδραση, μέσω της μείωσης της παχυσαρκίας, της υπερινσουλιναιμίας και της χρόνιας φλεγμονής, αλλά και πιθανών άμεσων επιδράσεων σε καρκινικά και ανοσολογικά κύτταρα.

Οι υποθέσεις αυτές μελετώνται ήδη σε κλινικές δοκιμές. Παράλληλα, πρέπει να διερευνηθεί εάν υπάρχει σχέση με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας», εξηγεί η κ. Ψαλτοπούλου.

Τέλος, πολύ σημαντικό ρόλο στην αξιοπιστία των αποτελεσμάτων έχει το είδος της μελέτης από την οποία προέρχονται τα δεδομένα – π.χ. πρόκειται για παρατηρητικές μελέτες, τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές ή δεδομένα πραγματικού κόσμου από ηλεκτρονικούς φακέλους υγείας, όπως αυτά που διαθέτουν οι ΗΠΑ και οι σκανδιναβικές χώρες;

«Συμπερασματικά, θα πρέπει να περιμένουμε περισσότερες αναλύσεις και δημοσιεύσεις. Μέχρι τότε, τα φάρμακα αυτά θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις εγκεκριμένες ενδείξεις και τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες, με την απαραίτητη ιατρική παρακολούθηση», καταλήγει η ίδια.



Scroll to Top