Το αρχέτυπο του flaneur, του αιώνιου περιπατητή στους δρόμους του Παρισιού αποτέλεσε το σημείο αναφοράς για τον Jonathan Anderson στη συλλογή του για το φθινόπωρο/χειμώνα του 2026.
Οι υπερμεγέθεις γούνινες μανσέτες στα παλτό που εξαφάνιζαν τα χέρια, οι χρυσοποίκιλτες μπροκάρ μπέρτες σε σχήμα balloon και τα harem pants του ήταν ευθείες αναφορές στην αισθητική του μεγάλου Couturier του 20ου αιώνα. Κι ακόμη οι δύο πρώτες σιλουέτες με αμάνικα τοπ με χάντρες σε χρώμα σαν το αψέντι και τον αμέθυστο, όμοια με το μπούστο ενός βραδινού φορέματος του Poiret που έχει κοπεί για να φορεθεί ως tank top.
Ο Poiret επένδυε τα, σαν προστατευτικό κουκούλι χυτά, βραδινά μαντώ, του με γούνινο φινίρισμα στον γιακά και στις μανσέτες ως ένδειξη υπέρτατης πολυτέλειας, ενώ τα πλούσια, πολύχρωμα υφάσματα με μοτίβα της Ανατολής καθιέρωσαν στην Ευρωπαϊκή μόδα την τάση του Οριενταλισμού.
O Paul Poiret φέρει μια διττότητα στην ιστορία της μόδας. Αντιπροσωπεύει την απελευθέρωση του σώματος, αφήνοντας πίσω του τους περιορισμούς του κορσέ, φέροντας στο προσκήνιο τη θεατρικότητα και την υπερβολή. Μια αλληγορία της ένδυσης, θυμίζοντας ότι η καθημερινή παρουσία μπορεί να είναι εκφραστική και πηγαία, σαν την ίδια τη ζωή.
Όπως πολλοί ανερχόμενοι σχεδιαστές της εποχής του, ο Poiret ξεκίνησε το 1898 πουλώντας τα σκίτσα του σε περίβλεπτους οίκους της εποχής. Η μαθητεία του πλάι στον Jacques Doucet και ο μαύρος μανδύας από τούλι και ταφτά, που σχεδίασε για τη θεατρίνα της εποχής, Réjane προλείανε το έδαφος για τη φήμη του. Αργότερα θα συνήθιζε να λανσάρει τις πιο αβαν-γκαρντ δημιουργίες του μέσα στο περιβάλλον του θεάτρου, τη δική του φαντασμαγορική πασαρέλα. Το 1901 ανέλαβε την πρακτική, εμπορικότερη σειρά καθημερινών φορεμάτων στον οίκο του Charles Frederic Worth, απαλλάσσοντας τον γιο του Gaston από την αγγαρεία. Ο διάδοχος του Worth αρνούνταν να καταδεχτεί να ασχοληθεί με υποδεέστερες δημιουργίες, “αφήνοντας τις τρούφες για πατάτες τηγανητές”, όπως το έθεσε χαρακτηριστικά.
Τελειοποιώντας την τέχνη του, το 1903 ο Poiret στην ηλικία των 24, αποφάσισε να εγκαταστήσει τον δικό του οίκο στην οδό Auber 5. Υπονομεύοντας τις νόρμες και τις αισθητικές επιταγές της εποχής, άρχισε να αναζητά μια νέα φόρμα στηριζόμενος στον χιτώνα της αρχαίας Ελλάδας, στο ιαπωνικό κιμονό και το καφτάνι της βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. O Poiret πειραματίστηκε με μια μόδα που μετατοπίστηκε από τις άκαμπτες καλοραμμένες σιλουέτες προς τις χυτές ροές των πτυχώσεων, αντιστρέφοντας τις οπτικές ψευδαισθήσεις της και δίνοντας έμφαση όχι σε μια επιτηδευμένη απεικόνιση αλλά στο αφηρημένο. To 1903 κατήργησε τη σιδερένια κατασκευή που συνίστατο στο μεσοφόρι και το 1906 είχε εξαλείψει τον κορσέ.
Ο κανόνας της τονισμένης μέσης που υπερίσχυε απαραβίαστος από την εποχή της Αναγέννησης εγκαταλείφθηκε για το ευέλικτο καμπυλώδες σχήμα S, μαγνητικό και ευέλικτο. Ήταν εκείνος που απομακρύνθηκε οριστικά από τις σύνθετες φιγούρες της Belle Époque, αντιπροτείνοντας ρευστές δημιουργίες, οι οποίες κρέμονταν ελεύθερα από τους ώμους.
Το 1910 αποκαλούνταν από όλους ως ο βασιλιάς της μόδας ή απλώς “Le Magnifique” από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή. Ένα ταιριαστό προσωνύμιο καθώς ο σχεδιαστής ήταν αυτός που μετερχόταν την αισθησιακή εικονοποιία της Ανατολής, επινοώντας εξωτικά σχέδια, όπως την εμβληματική τουνίκ σε ανεστραμμένο σχήμα μιναρέδων και τις τύπου harem παντελόνες, μαζί με τα τυρμπάν και τα περίτεχνα του αξεσουάρ τόσο για τα Ρωσικά Μπαλέτα του Sergei Diaghilev και παραστάσεις όπως η Σεχραζάντ, όσο και για τις κολεξιόν του.
Ο πρωτοπόρος σχεδιαστής υψηλής ραπτικής βρίσκεται πίσω από πολλές εμπορικές πρωτοβουλίες ενός ευφυούς μάρκετινγκ. Την ίδια χρονιά ανέθεσε στον Georges Lepape την εικονογράφηση ενός βιβλίου για τις δημιουργίες του στη μόδα. Ένα χρόνο αργότερα, εκδόθηκε το “Les Choses de Paul Poiret” σε δικά του κείμενα. Μέχρι τότε, κανένας σχεδιαστής δεν είχε τολμήσει να δημοσιεύσει εν ζωή ένα βιβλίο, φόρο τιμής για το έργο του.
Ήταν εκείνος που ξεκίνησε τις περιοδείες ανά την Ευρώπη, προωθώντας τις δημιουργίες του, ως μια πρώιμη μορφή των μετέπειτα trunk shows. Παράλληλα με τον οίκο του, ίδρυσε μια εταιρεία αρωμάτων και καλλυντικών που πήρε το όνομά της από τη μεγαλύτερη κόρη του, Rosine, αλλά και μια εταιρεία διακοσμητικών τεχνών, που πήρε το όνομά της από τη δεύτερη κόρη του, Martine, εντάσσοντας την έννοια του ωραίου σε έναν ευρύτερο και άρρηκτα συνδεδεμένο τρόπο ζωής. Κόντρα στο συνδικάτο των υφασματεμπόρων, που όριζε τις τάσεις και τα χρώματα της σεζόν ανάλογα με το προσωπικό τους συμφέρον, ο Poiret προσκάλεσε τον φίλο του και ζωγράφο Raoul Dufy να παρουσιάσουν τις δικές τους μεταξωτές δημιουργίες, στα χρώματα του κινήματος των Φωβιστών, προκαλώντας τεράστια επιτυχία.
Ο αστικός μύθος τον θέλει να συναντά στα παρισινά βουλεβάρτα την Coco Chanel και κοιτώντας την επιτιμητικά για το λιτό μαύρο της φόρεμα να την ρωτά: “Για ποιον πενθείτε Δεσποινίς;”, κι εκείνη να του απαντά “Για εσάς, Κύριε”. Η Chanel απεχθανόταν τις δημιουργίες του, θεωρώντας τες κραυγαλέα ανοσιουργήματα, κατάλληλες μόνο για αφόρητες μεταμφιέσεις.
Οικοδεσπότης θρυλικών μπαλ μασκέ, ζωγράφος, συλλέκτης έργων τέχνης, με γνώσεις γαστρονομίας, μουσικής και υποκριτικής ο Poiret ήταν ένας πραγματικός bon vivant και homo universalis, πολυπράγμων και φιλομαθής. Μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η φθορά και τα χρέη από μια ζωή υπερβολικά τρυφηλή είχαν τις δικές τους συνέπειες στον σχεδιαστή που είχε αρχίσει να εκπίπτει από τη μόδα.
Στη δύση της ζωής του και με το κυνήγι από τους πιστωτές του να καταντά αφόρητο, η σύγχρονή του σχεδιάστρια και ιέρεια των πτυχώσεων, Madeleine Vionnet τον στήριξε οικονομικά, ενώ η μεγάλη συγγραφέας Colette, του πρόσφερε θεατρικό ρόλο, βοηθώντας τον να ανακάμψει. Ο Poiret έφυγε τον Μάϊο του 1944, σε ηλικία 65 ετών, από επιπλοκές της νόσου Πάρκινσον.
Εξίσου ονειροπόλος και οραματιστής, ο Paul Poiret κατάλαβε από νωρίς τη δύναμη της εικόνας και την ανάγκη να προβάλλει το δικό του αισθητικό αφήγημα μέσα από τον οίκο μόδας του, τόσο μέσα από τις δημιουργίες του όσο και μια ζωή που ισορροπούσε ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία.
Εν προκειμένω, η αναφορά του Jonathan Anderson στον Poiret ήταν μια δήλωση για την ικανότητα της μόδας να κοιτάζει πίσω και να συγκρατεί ανόμοιες αναφορές με μια νέα ζωογόνα παραγωγική δύναμη.