Τριάντα χρόνια μετά, η έκθεση ο «Κόσμος της Πρωτοπορίας, Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος» τιμά ξανά μια ιστορική στιγμή της τέχνης με 280 έργα από τη συλλογή Κωστάκη του MOMUS-Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης.
«Πέτα ανθρώπινε αστερισμέ. Ακόμα πιο μακριά στο διάστημα», λένε οι στίχοι από το ποίημα “Ladomir” του Ρώσου ποιητή του φουτουρισμού Vladimir Khlebnikov.
Κι αυτή η επιθυμία για εξύψωση είναι το ίδιον της Ρωσικής Πρωτοπορίας, που εξακολουθεί να γοητεύει. Η ρωσική αβαν-γκαρντ, η «εμπροσθοφυλακή», όρος στρατιωτικός από τη Γαλλία του 12ου αιώνα, προέκυψε υποτιμητικά από τον Ρώσο κριτικό τέχνης Alexandre Benois το 1910, όπως μαθαίνουμε στην αρχή της έκθεσης. Έφτασε, όμως, να περικλείει όλα αυτά τα κινήματα τα οποία συνδέθηκαν με τον επαναστατικό τρόπο σκέψης για τον κόσμο της Δύσης.
Η νέα έκθεση 30 χρόνια μετά, αφήνει τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα της ιστορικής πρώτης και τη γραμμική διαδοχή των κινημάτων που αναπτύχθηκαν από το 1905 μέχρι και το 1940, οδηγώντας την εξοικείωση με αυτό το μεγάλο ιδεολογικό και αισθητικό γεγονός σε ένα νέο μονοπάτι, που τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο του.
Η πίστη στο «ανθρώπινο μεγαλείο» είναι αυτή που ορίζει την επαφή με τον οργανικό χώρο της φύσης, τον κατασκευασμένο χώρο της πόλης και τον ανεξερεύνητο ορίζοντα του σύμπαντος. Ήδη, πριν από την επανάσταση του 1917, οι καλλιτέχνες οραματίζονται την αρχιτεκτονική ενός νέου κόσμου, μέσα στον οποίον εκείνοι έχουν ενεργό ρόλο, επιθυμούν πάνω απ’ όλα να είναι χρήσιμοι. Η τέχνη τους βασίζεται στον κοινωνικό προσανατολισμό, επηρεάζοντας κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Από τον βιομηχανικό σχεδιασμό, μέχρι τις φόρμες εργασίας και κάθε χρηστικό αντικείμενο οι προτάσεις τους στοχεύουν «στην πρακτικότητα της ζωής». Αυτό το «κοινό μέτωπο» καλλιτεχνών, όπως τους ορίζει η Άννα Καφέτση μέσα από τη συνέντευξή της που συναντούμε στην έκθεση μοιράστηκε μία νέα ηθική δουλεύοντας συλλογικά για αυτήν.
Οι καλλιτέχνες οικοδομούν με τα ίδια τους τα χέρια τα θεμέλια μιας νέας κοινωνίας και μαζί το εννοιολογικό υπόβαθρο της τέχνης τους, τολμώντας να ονειρευτούν. Να αγγίξουν την ουτοπία. Οι αχανείς δυνατότητες, σαν το ίδιο το σύμπαν, κατακλύζουν τη σκέψη τους.
Τίτλοι έργων, όπως «γη σε αναβρασμό», «δυναμική πόλη», «ζωγραφικό αρχιτεκτόνημα», «χωροδυναμική κατασκευή» και σχέδια για διαστημικές οικίες μιλούν για όλες αυτές τις διεργασίες, για τη διερεύνηση μιας νέας αντίληψης της πραγματικότητας, σχηματοποιώντας το momentum της κοινωνίας. Τα έργα μας εκτοξεύουν στις απεριόριστες δυνατότητες που ανοίγονται, στο πολλά υποσχόμενο που χρειάζεται τη δική του πανοπλία από μέταλλο και πεποίθηση. Ο φουτουρισμός μπλέκει με το ελεύθερο σχήμα, προσπαθώντας να αγγίξει τον μακρόκοσμο.
Η νέα αυτή αντίληψη κουβαλά την «αισθητική της άρνησης», όπως το έχει θέσει η μία εκ των δύο επιμελητριών της έκθεσης, Μαρία Τσαντσάνογλου». Η τέχνη της ρωσικής πρωτοπορίας αδιαφορεί για την παθητική απεικόνιση, μετατοπίζεται άρδην από τις παραδοσιακές, συμβατικές αποδόσεις και τον ακαδημαϊσμό του παρελθόντος.
Το αληθινό είναι λανθάνον, κρυμμένο στην αθέατη πλευρά του κόσμου. Καλλιτέχνες, όπως ο Καζιμίρ Μαλέβιτς αυτοπροσδιορίζονται ως «ιδιότυποι ρεαλιστές μιας πραγματικότητας, στην οποία για να φτάσει κανείς πρέπει να απομακρυνθεί από την ορατή πλευρά της ζωής». Παράλληλα, η ίδια η μηχανική των υλικών έχει τη σημασία της. Για τους δημιουργούς τα στοιχεία της μορφής, βρίσκονται στο βάθος της πρώτης ύλης και στην ίδια τη δομή της.
Η διάλυση της φόρμας και των μορφών, οι χρωματικές ροές, που ορίζουν με τον τρόπο τους την προοπτική, η αυτονομία των αυστηρών γραμμών και η ελεύθερη επανασύσταση του χώρου αναζητούν την ουσία. Οι γεωμετρίες και τα αυστηρά σχήματα, χαράσσουν κατευθυντήριες, οριοθετούν οδηγώντας νομοτελειακά προς το νέο.
Μέσα στην έκθεση, το περίφημο «μαύρο τετράγωνο» του Μαλέβιτς ενσαρκώνει το αποκορύφωμα της αφαίρεσης, εστιάζοντας σε μία καθαρή αίσθηση, μακριά από τα καλολογικά δεσμά. Ο μεγάλος σουπρεματιστικός σταυρός του Ίλια Τσάσνικ μοιάζει να έχει τις καταβολές του στη ρωσική αγιογραφία, κρατώντας το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον ως μοναδικό «ευαγγέλιο». Οι αφίσες της Αγκίτ Προπ (της προπαγάνδας της αντιπροπαγάνδας), το χειρόγραφο του Καντίνσκι «Για το πνευματικό στην τέχνη» του 1912, οι μπροσούρες από το «Περιοδικό για Όλους», είναι τα ίχνη από εκείνη την επιθυμία για μια τέχνη δημόσια χωρίς διακρίσεις, ανακαλώντας τη φράση του Μαγιακόφσκι «όλη η τέχνη στον λαό».
Ανάμεσα στα έργα, υποδειγματική η σειρά «Μελέτη για το Παλαιό και το Νέο» του Σολομόν Νικρίτιν. Φτιαγμένη το ‘30 σε αυτή την περίοδο κρίσης κατά την οποία η ρωσική πρωτοπορία τέθηκε στο περιθώριο ως ακατανόητη έως και αντικοινωνική, με αποτέλεσμα να απαγορευθεί η έκθεσή της. Στη σειρά, ο νέος άνθρωπος ως παντοδύναμος Άτλαντας σηκώνει στα χέρια του τις ανάγκες της κοινωνίας. Κι αλλού, σε μια σκηνή υπαρξιακή, σκοτεινής σκηνογραφίας βρίσκουμε την απόλυτη σύγκρουση. Μία Αφροδίτη κλασικού κάλους ξέθωρη σαν φάντασμα του παρελθόντος στην άκρη ανήκει στο παλιό. Στο κέντρο μια μορφή με αναλογίες μηχανής θυμίζει μοντέρνα κατασκευή, που υπαγορεύει τις νέες αξίες. Και στο άλλο άκρο η λαιμητόμος. Κάτι πρέπει να θυσιαστεί και ίσως αυτό να είναι η ιδεολογία του καλλιτέχνη, που βρίσκεται πλέον σε αμφιβολία.
Η μεγάλη πτήση προς την απεριόριστη δυνατότητα κατακρημνίστηκε. Το αφήγημα του καθεστώτος επέλεξε τον «ωφέλιμο» σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Όμως, η τόλμη της Ρωσικής Πρωτοπορίας είναι αυτή που επηρέασε βαθιά την τέχνη.
Η συλλογή του Γεώργιου Κωστάκη είναι ξανά η πρώτη ύλη για αυτή την επετειακή έκθεση. Του οραματιστή που έδωσε χώρο στη νέα φωνή των καλλιτεχνών, συγκεντρώνοντας διαισθητικά περισσότερα από 1200 έργα, ενώ όλοι τον απέτρεπαν για τη μηδαμινή τους αξία. Ο μόνος που ένιωσε πραγματικά πικρία βλέποντας τους ματαιωμένους καλλιτέχνες να καταστρέφουν τα έργα τους. Ο μεγάλος συλλέκτης μετέτρεψε το διαμέρισμά του σε ζωντανό μουσείο μοντέρνας τέχνης, το οποίο επισκέφθηκαν καλλιτέχνες, θεωρητικοί και διανοούμενοι από όλη την Ευρώπη τις δεκαετίες του’ 60 και του ’70.
Η επαφή του με τα έργα της πρωτοπορίας ήταν ζωογόνος: «Πριν εμφανιστούν αυτά τα έργα εδώ όλα ήταν στο σκοτάδι. Αυτά τα έργα μου έδωσαν πνοή, σαν να μπήκε κάτι μέσα μου και άρχισα να αναπνέω», τον ακούμε να λέει σε βίντεο της έκθεσης από την εκπομπή Παρασκήνιο. Και αυτή την πνοή μετέδωσε και στην Ελλάδα, δωρίζοντας το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής του. Αφορμή για να δημιουργηθεί το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη.
Η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του ΜΟΜus – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης-Συλλογή Κωστάκη, Μαρία Τσαντσάνογλου και συνεπιμελήτρια της έκθεσης σε συνεργασία με τη Συραγώ Τσιάρα, μας μεταφέρει σκέψεις για τη σημασία της Ρωσικής Πρωτοπορίας και της ανάγκης για την τόλμη στην τέχνη εν γένει.
Ο κόσμος της πρωτοπορίας…Μία επετειακή έκθεση, τριάντα χρόνια μετά υπενθυμίζει τη σημασία της συλλογής Κωστάκη. Πώς επιλέχθηκε το σχήμα Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος; Θεωρείτε την έκθεση ως συνέχεια της πρώτης ή μία μετεξέλιξη που εστιάζει στον άνθρωπο;
Μ. ΤΣ: Η έκθεση που εγκαινιάστηκε στην Εθνική Πινακοθήκη τον Δεκέμβριο του 1995 σε επιμέλεια της Άννας Καφέτση είχε εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα. Παρουσιάστηκαν εξαιρετικά εμπεριστατωμένα τα κινήματα της ρωσικής και σοβιετικής πρωτοπορίας της περιόδου 1910-1930. Έκτοτε η συλλογή απέκτησε μεγάλη κινητικότητα και στη βάση της διοργανώθηκαν εκθέσεις με πολλές και διαφορετικές θεματικές.
Η νέα έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη παρουσιάζει έργα της συλλογής Κωστάκη μέσα από την νέα οπτική του ανθρώπου με το περιβάλλον του/της. Τα οράματα και οι ιδεολογίες των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα συνέβαλαν στην δημιουργία μιας νέας ρηξικέλευθης τέχνης που ακύρωνε τις συμβάσεις και επεδίωκε να δημιουργήσει μια νέα αισθητική για την καθημερινή ζωή και ένα νέο αλφάβητο για την κατανόηση του κόσμου. Οι αλματώδεις μετακινήσεις από τον κανόνα στο πείραμα και από την σύμβαση στην ουτοπία προσδιόρισαν την σχέση της τέχνης με τη ζωή, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στον δομημένο χώρο (Πόλη), στον οργανικό χώρο (Φύση) και στον ανεξερεύνητο χώρο (Σύμπαν). Η έκθεση διερευνά επίσης την σχέση των εικαστικών τεχνών με τις άλλες τέχνες και κυρίως με τον κινηματογράφο.
Ο Άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο των επαναστατικών προτάσεων της τέχνης της πρωτοπορίας, είναι ο ενεργός εξερευνητής των νέων κόσμων και ο δημιουργός ενός ουτοπικού οράματος που επιδιώκει να κάνει πραγματικότητα.
Πώς εξακολουθεί να αφορά το κοινό και να εμπνέει η Ρωσική Πρωτοπορία σήμερα κατά τη γνώμη σας; Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε πως αφιερωματικές εκθέσεις, όπως εκείνη της Tate βασίστηκαν σε δάνεια από τη συλλογή Κωστάκη, που βρίσκονται στην κατοχή του ΜΟΜus – Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης.
Μ. ΤΣ: Η προσφορά της τέχνης αυτής βρίσκεται πρωτίστως στην ενίσχυση παναθρώπινων κοινωνικών αξιών, όπως είναι η ελευθερία λόγου, η ισότητα, η αλληλεγγύη, η ειρήνη, ο σεβασμός του περιβάλλοντος, η ενσυναίσθηση, το ενδιαφέρον για τις νέες προοδευτικές ιδέες. Η τέχνη της ρωσικής πρωτοπορίας διαμόρφωσε αισθητικές τόσο στην καθημερινότητά μας όσο και στον δημόσιο χώρο και λειτουργεί πάντα με τρόπο καθόλου καταναγκαστικό στην ανάπτυξη της παιδείας, ατομικής και συλλογικής. Το εύρος και οι δυνατότητες της συλλογής και του αρχείου Κωστάκη καθιστούν το MOMUS-Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης συνδιαμορφωτή πολλών εικαστικών εκθέσεων. Το μουσείο έχει αναγνωρισιμότητα και μεγάλη κινητικότητα στο εξωτερικό καθώς και ένα πλούσιο ερευνητικό και εκθεσιακό πρόγραμμα για τα επόμενα χρόνια. Η συλλογή τα τελευταία χρόνια έχει ταξιδέψει στο MoMA και στο μουσείο Guggenheim της Νέας Υόρκης, στην Tate Modern και στην Royal Academy of Arts του Λονδίνου, στο Martin Gropius Bau και στο HKW στο Βερολίνο, στο MUMOK της Βιέννης, στο Mουσείο Maillol του Παρισιού, στο Μουσείο Reina Sofia και στο La Caixa Forum στη Μαδρίτη και την Βαρκελώνη, στο Palazzio Chiablese και στη Villa Manin στο Τορίνο και την Βενετία, στο μουσείο Sabanci στην Κωνσταντινούπολη, στο Power Station of Art στην Σαγκάη, στο μουσείο ρωσικής τέχνης στη Μάλαγα, για να αναφέρω μόνο μερικούς από τους σημαντικότερους σταθμούς.
Διαβάζοντας το επιμελητικό κείμενο μαθαίνουμε πως η συλλογή Κωστάκη επηρέασε τη μουσειακή πολιτική στη χώρα μας, διαμορφώνοντας δύο μουσεία σύγχρονης τέχνης. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για αυτό; Μία μεμονωμένη συλλογή μπορεί να είναι ένας τόσο ισχυρός καταλύτης;
Μ. ΤΣ: Η πρώτη έκθεση της συλλογής Κωστάκη το 1995 στην Εθνική Πινακοθήκη ήταν σταθμός στην εκθεσιακή ιστορία της Ελλάδας. Αποτέλεσε το πρώτο έναυσμα που οδήγησε στην αγορά της συλλογής από το Υπουργείο Πολιτισμού. Το 1997 η απόφαση να ξεκινήσει η διαδικασία για την αγορά της συλλογής Κωστάκη συνέπεσε με το μακροχρόνιο κοινωνικό αίτημα της δημιουργίας μουσείων μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης. Στη Θεσσαλονίκη υπήρχε το ιδιωτικό Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, όμως μουσεία εποπτευόμενα από το Υπουργείο Πολιτισμού που να διαχειρίζονται συλλογές μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης δεν υπήρχαν. Μια διεθνούς φήμης συλλογή, όπως η συλλογή Κωστάκη, δεν χρειαζόταν απλώς μια στέγη αλλά και όλες τις μουσειακές υποδομές για την σωστή διαχείρισή της. Έτσι η δημιουργία του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη (ΚΜΣΤ) και του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) στην Αθήνα θεσμοθετήθηκαν το 1997 και η συλλογή περιήλθε στο μουσείο της Θεσσαλονίκης (σήμερα MOMUS-Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης-Συλλογή Κωστάκη). Ο τότε Υπουργός Πολιτισμού Ευάγγελος Βενιζέλος είχε τονίσει ότι «στη Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης το οποίο προικοδοτήθηκε με την μοναδική στον κόσμο συλλογή Κωστάκη, την πιο μεγάλη επένδυση που έχει κάνει η ελληνική πολιτεία σε πολιτιστική υποδομή, που δεν είναι τεχνικό έργο ή ακίνητο». Η συλλογή των 1277 έργων που αγοράστηκαν εμπλουτίστηκε από επιπλέον έργα και από ένα πολύ πλούσιο αρχείο (φωτογραφίες, χειρόγραφα, δακτυλόγραφα, βιβλία, αφίσες) που δωρήθηκαν στο μουσείο από την οικογένεια του συλλέκτη. Πρόκειται για την σημαντικότερη συλλογή ρωσικής πρωτοπορίας εκτός Ρωσίας.
Η ρωσική πρωτοπορία μέσα από τους πειραματισμούς της φωτίζει την πίστη στις δυνάμεις του ανθρώπου και την αναζήτηση ενός κόσμου υπέρβασης. Έχοντας εμβαθύνει τόσα χρόνια σε αυτή την ξεχωριστή καλλιτεχνική συγκυρία, τι είναι αυτό που σας συγκινεί προσωπικά σε αυτήν; Υπάρχει κάποιο έργο που έχει ιδιαίτερο συμβολισμό για εσάς στην παρούσα έκθεση;
Μ. ΤΣ: Αυτό που διαρκώς διαπιστώνει κανείς στα έργα της αποκαλούμενης «ρωσικής πρωτοπορίας» είναι ότι η τέχνη είναι ελεύθερη, απελευθερωτική και μπορεί να τολμήσει το παραπάνω βήμα που δεν τολμά ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του, δηλαδή να σχεδιάσει το ουτοπικό, να συγκρουστεί με φαινόμενα απομόνωσης και λογοκρισίας. Όλες αυτές οι γυναίκες και όλοι αυτοί οι άντρες καλλιτέχνες της πρωτοπορίας έζησαν σε συνθήκες πολέμου, πείνας, ελλείψεων και παρ’ όλα αυτά δημιούργησαν μια τέχνη τόσο φωτεινή που διατηρεί μέχρι και σήμερα αναλλοίωτη τη δύναμή της, μας εμπνέει και μας δίνει μηνύματα για μια αισθητική της καθημερινής ζωής που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο. Τα αγαπημένα μου έργα είναι πολλά. Κάθε έργο της συλλογής κρύβει μια μοναδική ιστορία. Μπορώ να αναφερθώ στο «Μνημείο για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ» (1919-20) του Ελ Λισίτσκι. Το έργο συμμετείχε σε διαγωνισμό στη Μόσχα για την ανέγερση μνημείου της επαναστάτριας Ρόζας Λούξεμπουργκ που δολοφονήθηκε στο Βερολίνο το 1919. Ο καλλιτέχνης και αρχιτέκτονας Ελ Λισίτσκι δεν σχεδιάζει ένα παραδοσιακό μνημείο αλλά μια δυναμική κατασκευή από γεωμετρικά επίπεδα, έντονες γωνίες και διασταυρούμενες δομές, που υπερβαίνουν τα καθιερωμένα σύμβολα. Επίσης, με συγκινούν τα έργα της Λιουμπόβ Ποπόβα της περιόδου από το 1916 ως το 1921 που ονομάζει «Ζωγραφικά Αρχιτεκτονήματα» και «Χωροδυναμικές Κατασκευές». Στην έκθεση παρουσιάζονται πέντε τέτοια έργα. Για την Ποπόβα η έννοια του Αρχιτεκτονήματος ξεφεύγει από τα αυστηρά όρια της αρχιτεκτονικής και σχετίζεται με τον δυναμικό συνδυασμό των γεωμετρικών μορφών, των όγκων, του χρώματος, των υλικών. Τα έργα αυτά μεταδίδουν έντονα την αίσθηση της πλαστικότητας και προσφέρουν στην ίδια την αρχιτεκτονική πρωτότυπες προτάσεις αρμονικής γεωμετρικότητας. Οι «Χωροδυναμικές Κατασκευές», μέσα από τον συνδυασμό κυκλικών και γραμμικών μορφών δημιουργούν την αίσθηση της διαρκούς κίνησης και της μετατροπής του ζωγραφικού έργου σε ενεργειακό αντικείμενο. Πολύ αγαπημένα είναι και τα «κοσμικά» έργα, όπως το «Κόκκινο Φως-Σφαιρική Κατασκευή» του Ιβάν Κλιουν και η «Λάμψη» του Ιβάν Κουντριασόφ.
Όλη αυτή η ανάγκη για αλλαγή που αναδύθηκε μέσα από τη ρωσική πρωτοπορία και εντέλει μπήκε στο περιθώριο από το πολιτικό καθεστώς, επιλέγοντας τις συντηρητικές φωνές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, πώς μπορεί να λειτουργήσει ως παράδειγμα σήμερα; Όπως και στην περίπτωση του Salon des Refusés στο Παρίσι του 19ου αιώνα, αλλά και με την ίδια την έννοια της avant-garde, που ξεκίνησε ως υποτιμητικός χαρακτηρισμός και απέκτησε άλλη δυναμική, μπορούμε να πούμε ότι το νέο βρίσκει τελικά πάντα τον τρόπο να επηρεάσει την τέχνη και να μείνει στην ιστορία;
Μ. ΤΣ: Αν και ο όρος «ρωσική πρωτοπορία» πρωτοχρησιμοποιήθηκε με ειρωνική χροιά από τον Ρώσο συμβολιστή καλλιτέχνη και κριτικό Αλεξάντρ Μπενουά το 1910, έγινε ευρέως διαδεδομένος τη δεκαετία του 1960 από δυτικούς ιστορικούς τέχνης σε μια προσπάθεια να βρουν έναν όρο που περικλείει όλα τα ρηξικέλευθα κινήματα, ομάδες και μεμονωμένους καλλιτέχνες που στις πρώτες δεκαετίας του 20ού αιώνα άλλαξαν την αντίληψη για την αισθητική, τη φόρμα και τη σχέση της τέχνης με τη ζωή. Πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι ο όρος «ρωσική πρωτοπορία» δεν είναι εθνικός προσδιορισμός. Η τέχνη αυτή είχε έναν ισχυρό πολυεθνικό χαρακτήρα. Είναι ένας γεωγραφικός προσδιορισμός που μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι στη Μόσχα και την Πετρούπολη των αρχών του 20ού αιώνα βρήκαν πρόσφορο, φιλόξενο και δημιουργικό έδαφος καλλιτέχνες από τη Ρωσία, τις Βαλτικές δημοκρατίες, την Ουκρανία, τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία και έλαβαν μέρος σε έναν εξαιρετικά ευρηματικό, ευφάνταστο και εμπνευσμένο διάλογο για τις τέχνες που διακόπηκε απότομα με την επιβολή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και τις διώξεις των καλλιτεχνών στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Γι’ αυτό πρέπει να μνημονεύουμε διαρκώς τον συλλέκτη Γιώργο Κωστάκη που διέσωσε τα έργα αυτά.
Είναι χαρακτηριστικό, όμως, ότι οι καλλιτέχνες της πρωτοπορίας, ακόμα και στα πιο δύσκολα και απολυταρχικά χρόνια δεν έπαψαν να πειραματίζονται. Στη συλλογή Κωστάκη υπάρχει ένας πίνακας του Αλεξάντρ Ρότσενκο με τίτλο «Εκφραστικός Ρυθμός» που φιλοτεχνήθηκε το 1941-43, μέσα στα πιο δύσκολα χρόνια του σταλινισμού και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το έργο αυτό, παρόλο που τότε θα ήταν αδύνατο να παρουσιαστεί δημόσια, χρησιμοποιεί τεχνικές που θυμίζουν εκείνες που πολλά χρόνια αργότερα εφαρμόζει ο αφηρημένος εξπρεσιονιστής Τζάκσον Πόλοκ. Ασφαλώς, λοιπόν, το νέο και το καινοτόμο βρίσκει πάντα τον τρόπο να διαμορφώσει την ιστορία.
Η έκθεση ο Κόσμος της Πρωτοπορίας, Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος, θα διαρκέσει έως και τις 27 Σεπτεμβρίου
Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Λεωφ. Βασιλέως Κωνσταντίνου 50, Αθήνα, 115 25