Νέα διεθνής έρευνα συνδέει την αύξηση θυμού στις Βρετανίδες με ευρύτερες κοινωνικές πιέσεις και ανισότητες.
Η συζήτηση για τα συναισθήματα των γυναικών στην Ευρώπη επιστρέφει στο προσκήνιο μέσα από τα δεδομένα του Hologic Global Women’s Health Index, μιας ετήσιας διεθνούς έρευνας που βασίζεται σε συνεντεύξεις χιλιάδων γυναικών σε πολλές χώρες.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που έχουν δημοσιοποιηθεί και αναλυθεί ευρέως, το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζει από τα υψηλότερα επίπεδα αναφερόμενου θυμού στην Ευρώπη, με περίπου μία στις τέσσερις γυναίκες να δηλώνει ότι βίωσε έντονο θυμό την προηγούμενη ημέρα.
Η ίδια έρευνα δείχνει ότι τα ποσοστά αυτά έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, γεγονός που έχει τροφοδοτήσει μια έντονη δημόσια συζήτηση για τις συνθήκες ζωής και υγείας των γυναικών. Όπως σημειώνει η αρθρογράφος Ελεν Κόφι στο βρετανικό Independent, «φαίνεται να υπάρχει συνεχώς όλο και περισσότερη αφορμή για να υπάρχει θυμός, ειδικά στο Ηνωμένο Βασίλειο», αποτυπώνοντας μια αίσθηση διαρκούς επιβάρυνσης.
Στο πλαίσιο του Hologic Global Women’s Health Index, το Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφει πτώση στην παγκόσμια κατάταξη ευημερίας, ενώ παράλληλα αυξάνονται αναφορές για σωματικό πόνο, άγχος και δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας.
Σε ευρύτερες ευρωπαϊκές συγκρίσεις, χώρες όπως η Μάλτα, η Ελλάδα, η Τσεχία, η Αλβανία και η Ισπανία εμφανίζονται επίσης με υψηλά επίπεδα αρνητικών συναισθημάτων, δείχνοντας ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε μία μόνο κοινωνία αλλά συνδέεται με γενικότερες κοινωνικοοικονομικές πιέσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει υποχωρήσει σημαντικά στην παγκόσμια κατάταξη ευημερίας, ενώ σχεδόν το ένα τρίτο των γυναικών αναφέρει σωματικό πόνο την προηγούμενη ημέρα. Παράλληλα, μεγάλο ποσοστό γυναικών δηλώνει εμπειρίες καθυστερήσεων και δυσκολιών στο σύστημα υγείας. Στο ίδιο πλαίσιο, η αρθρογράφος επισημαίνει ότι η κατάσταση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από δομικά ζητήματα, τονίζοντας ότι «οι άνδρες δυσκολεύονται επίσης με την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη», αλλά υπογραμμίζοντας πως οι γυναίκες επηρεάζονται δυσανάλογα.
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορά και τις ανισότητες στο σύστημα υγείας. Αναφορές δείχνουν ότι οι γυναίκες αποτελούν μεγαλύτερο ποσοστό όσων περιμένουν για θεραπείες στο βρετανικό σύστημα υγείας, ενώ ειδικότητες όπως η γυναικολογία καταλαμβάνουν σημαντικό μέρος της λίστας αναμονής. Ορισμένοι ειδικοί έχουν αποδώσει αυτές τις αποκλίσεις σε αυτό που περιγράφεται ως «ιατρικός μισογυνισμός», δηλαδή στην υποτίμηση ή καθυστέρηση αντιμετώπισης γυναικείων συμπτωμάτων.
Παράλληλα, η έρευνα αναδεικνύει και το μισθολογικό χάσμα. Οι γυναίκες στο Ηνωμένο Βασίλειο αμείβονται κατά μέσο όρο λιγότερο από τους άνδρες, με αποτέλεσμα να χάνουν σημαντικό μέρος ετήσιου εισοδήματος. Επιπλέον, αναλαμβάνουν δυσανάλογα μεγαλύτερο ποσοστό απλήρωτης φροντίδας, όπως η φροντίδα παιδιών ή ηλικιωμένων, γεγονός που εντείνει την αίσθηση κόπωσης και πίεσης.
Ένα ακόμη πεδίο που συνδέεται με την αύξηση της δυσαρέσκειας είναι η έμφυλη βία. Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι γυναικοκτονίες και η βία από συντρόφους ή μέλη της οικογένειας παραμένουν σοβαρό ζήτημα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με το Ηνωμένο Βασίλειο να βρίσκεται ψηλά σε σχετικούς δείκτες σε ευρωπαϊκές συγκρίσεις.
Στη δημόσια συζήτηση εντάσσονται και ζητήματα πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης. Στο ευρύτερο πλαίσιο των πολιτικών ανισοτήτων, η έρευνα για το φύλο και την ισότητα δείχνει ότι καμία περιοχή δεν έχει επιτύχει πλήρη ισορροπία μεταξύ ανδρών και γυναικών. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι πιο ισότιμες κοινωνίες τείνουν να έχουν καλύτερα αποτελέσματα για όλους, τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στα συμπεράσματα της έρευνας, «η ισότητα των φύλων δεν είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, ευδοκιμεί όπου άνδρες και γυναίκες ευημερούν».
Σε αυτό το πλαίσιο, τα υψηλά επίπεδα θυμού που καταγράφονται στις Βρετανίδες, αλλά και οι αντίστοιχες ενδείξεις σε χώρες όπως η Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, δεν ερμηνεύονται ως ζήτημα «χαρακτήρα», αλλά ως αντανάκλαση συνθηκών ζωής, πρόσβασης στην υγεία, οικονομικής πίεσης και κοινωνικών ανισοτήτων.
Η συζήτηση που προκύπτει από τα δεδομένα δεν αφορά μόνο την οργή, αλλά συνολικά την ποιότητα ζωής και τις δομές που τη διαμορφώνουν, με την έρευνα να υπογραμμίζει ότι όταν οι γυναίκες ζουν καλύτερα, βελτιώνεται συνολικά και η κοινωνία.