Με μια πορεία που ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία -ανάμεσα σε απαιτητικές προπονήσεις ρυθμικής γυμναστικής, σχολικές υποχρεώσεις και τα πρώτα της βήματα στην τηλεόραση- η ηθοποιός Βάσια Γκολφινοπούλου έμαθε νωρίς να ισορροπεί πολλούς και διαφορετικούς ρόλους.
Το κοινό τη γνώρισε μέσα από τη συμμετοχή της στη δημοφιλή σειρά «Το Σόι Σου», ως Σάντρα, την τηλεοπτική κόρη του Μελέτη Ηλία και της Βάσως Λασκαράκη. Σήμερα, φοιτήτρια στη Νομική και με μια πιο ώριμη πλέον ματιά απέναντι στη ζωή και τη δουλειά της, η Βάσια Γκολφινοπούλου επιστρέφει στον γνώριμο κόσμο της υποκριτικής και τον ρόλο που τη σύστησε στο ελληνικό κοινό - αυτή τη φορά με διαφορετική αντίληψη και περισσότερη συνειδητότητα.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά με ειλικρίνεια για τα παιδικά της χρόνια, τις δυσκολίες του πρωταθλητισμού, την εμπειρία της τηλεόρασης, τις σχέσεις, την καθημερινότητά της και τις ισορροπίες που προσπαθεί να κρατήσει σήμερα.
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, συγκεκριμένα στη Νέα Ιωνία. Ήταν αρκετά απαιτητικά τα παιδικά μου χρόνια, δεν στο κρύβω. Από πολύ μικρή έκανα πρωταθλητισμό στη ρυθμική γυμναστική και, παράλληλα, είχα και το σχολείο, στο οποίο πάντα ήθελα να πηγαίνω καλά. Στο τέλος του Δημοτικού μπήκε και το «Σόι Σου» στη ζωή μου και ξεκίνησαν τα γυρίσματα, οπότε προσπαθούσα να τα συνδυάζω όλα όσο το δυνατόν καλύτερα.
Όχι, οι γονείς μου δεν είχαν καμία απαίτηση από μένα να τα κάνω όλα αυτά. Ήταν δική μου επιλογή. Ο πρωταθλητισμός ξεκίνησε επειδή μου άρεσε η ρυθμική γυμναστική. Είχε ξεκινήσει η αδερφή μου πιο πριν και προχωρήσαμε και οι δύο με αρκετές διακρίσεις. Αν και ήταν πολλές ώρες τη μέρα -σκέψου είχα πέντε ώρες προπόνηση καθημερινά, εκτός από την Κυριακή.
Το «Σόι» μπήκε πολύ απρόβλεπτα. Ήμουν σε ένα παιδικό πρακτορείο που με είχε βάλει η μαμά μου, κάναμε διαφημίσεις και φωτογραφίσεις, και μας πήραν τηλέφωνο να περάσουμε από κάστινγκ ένα καλοκαίρι. Μας είχαν δώσει να μάθουμε μια σκηνή από ένα σενάριο, από ένα επεισόδιο, και κάπως έτσι με πήραν.
Ήθελα και στα τρία να τα πηγαίνω καλά. Βέβαια, κάποια στιγμή τέθηκε το ενδεχόμενο να σταματήσω τον πρωταθλητισμό. Μου το είχαν προτείνει η μαμά και ο μπαμπάς, για να μην πιέζομαι και κουράζομαι τόσο, γιατί ήταν πάρα πολύ εξαντλητικό. Όντως, το έκανα για ένα διάστημα, αλλά δεν μου άρεσε. Ήθελα να επιστρέψω, γιατί ήδη από τα πέντε μου χρόνια ήμουν σε γυμναστήριο. Οπότε τα συνέχισα και τα τρία».
Δεν είχα ελεύθερο χρόνο σαν παιδί. Δεν ήταν τόσο συνηθισμένο για μένα να πηγαίνω μετά το σχολείο στην παιδική χαρά να παίξω. Το έκανα μέχρι την πρώτη-δευτέρα δημοτικού. Μετά, στην τρίτη που ξεκίνησα πρωταθλητισμό, δεν είχα χρόνο, γιατί μετά το σχολείο έπρεπε να γυρίσω, να διαβάσω και να πάω προπόνηση.
Οπότε, είχα πολύ περιορισμένο χρόνο, για να κάνω κάποια δραστηριότητα, να πάω μια βόλτα, να πάω σινεμά, θέατρο, για έναν καφέ. Σίγουρα, δεν ήταν τόσο ανέμελα χρόνια όσο θα ήταν για ένα άλλο παιδί που δεν έκανε πρωταθλητισμό και τηλεόραση.
Αν οι γονείς μου ήταν αυστηροί; Υπήρχε αυστηρότητα, όχι σε πολύ μεγάλο βαθμό, αλλά υπήρχε -στο να βγω νωρίς και να μην αργήσω να γυρίσω το βράδυ. Αυτά μέχρι την πρώτη-δευτέρα λυκείου. Μετά, προφανώς, με την ενηλικίωση δεν υπήρχε κάποιο τέτοιο θέμα.
Υπήρχε, όμως, πολλή πειθαρχία -και θα έλεγα, εν μέρει, και μια αυστηρότητα από το σπίτι. Αλλά επειδή είχα μάθει κι εγώ να είμαι αυστηρή με τον εαυτό μου, λόγω όλων αυτών που έκανα, δεν ήταν τόσο έντονος ο ρόλος της μαμάς και του μπαμπά στο “μη βγεις, μη κάνεις”. Υπήρξαν συγκρούσεις σίγουρα, γιατί παιδιά είμαστε, κάποια στιγμή θα επηρεαστούμε, θα ξεφύγουμε και λογικό είναι. Αλλά νομίζω είχα μέτρο πολύ σε αυτό το κομμάτι.
Δεν με θυμάμαι να είχα πολύ έντονη εφηβεία. Νομίζω πως το πιο έντονο κομμάτι εκείνης της ηλικίας ήταν η ανάγκη να βγω λίγο περισσότερο, να πάω μια βόλτα με τις φίλες μου -κάτι που μέχρι το δημοτικό και το γυμνάσιο δεν το είχα.
Οπότε, ειδικά όταν τελείωσα και τον πρωταθλητισμό στην τρίτη γυμνασίου και τα γυρίσματα, το είχα πολύ ανάγκη: να βγω, να περάσω καλά, να πάω ακόμα και πέντε φορές την εβδομάδα βόλτα.
Μετά, βέβαια, ήρθε και η καραντίνα, οπότε όλα αυτά σταμάτησαν από μόνα τους -εκεί που τα είχα περισσότερο ανάγκη. Και χάσαμε και πολύ ωραία χρόνια. Δηλαδή, πρώτη και δευτέρα λυκείου ήμασταν κλεισμένοι στο σπίτι, και μετά ήρθαν οι πανελλήνιες.
Τώρα, σαν παιδί που μόλις τελείωνε το δημοτικό, πώς βίωσα όλο αυτό της showbiz και της τηλεόρασης; Από όσα θυμάμαι -γιατί δεν θυμάμαι και πολλά από εκείνη την περίοδο με σχολείο και γυρίσματα- για μένα ήταν κάτι απολύτως φυσιολογικό. Ήταν μια καθημερινή ρουτίνα: πήγαινα στο σχολείο, έκανα τα γυρίσματα.
Οπότε δεν καταλάβαινα ότι έπαιζα στην τηλεόραση και ότι υπήρχε αναγνωρισιμότητα. Αυτό το συνειδητοποίησα αργότερα, όταν σταμάτησε η σειρά και άρχισαν οι επαναλήψεις, κάπου στο γυμνάσιο, τρίτη γυμνασίου.
Στο δημοτικό και στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου δεν το καταλάβαινα, γιατί είχα πολύ γεμάτη καθημερινότητα και πολλά πράγματα στο πρόγραμμά μου. Δεν έβλεπα καν τα επεισόδια όταν προβάλλονταν, γιατί διάβαζα ή έκανα κάτι άλλο. Οπότε δεν με έβλεπα στην τηλεόραση. Μπορεί να έβλεπα καμιά επανάληψη για να καταλάβω λίγο τι συμβαίνει.
Σε γενικές γραμμές, και οι γονείς μου και το σχολικό περιβάλλον προσπαθούσαν να το κρατήσουν όλο αυτό πολύ φυσιολογικό για μένα. Ίσως να με τρόμαξε λίγο όταν ξεκίνησε η αναγνωρισιμότητα -εκεί έπαθα ένα πρώτο σοκ- αλλά μετά το συνήθισα.
Όλοι οι ηθοποιοί ήταν εξαιρετικοί απέναντί μας από το πρώτο επεισόδιο. Ήταν όλοι τους εξαιρετικοί, πάρα πολλοί φιλικοί, κοντά μας, πρόθυμοι να μας διευκολύνουν, να μας βοηθήσουν σε ό,τι θέλαμε.
Η πρώτη μου ανάμνηση από τα γυρίσματα είναι με τη Βάσω (σ.σ. Λασκαράκη) και τον Μελέτη (σ.σ. Ηλία). Η πρώτη μου σκηνή ήταν μαζί τους την πρώτη μέρα, στο πρώτο μας γύρισμα. Είχα ενθουσιαστεί πάρα πολύ, γιατί εγώ τους έβλεπα στην πρώτη σεζόν, που δεν παίζαμε. Οπότε ήταν κάτι πρωτόγνωρο και πολύ όμορφο το να συνεργαστούμε μαζί τους - και για μένα και για την Ηλιάνα (σ.σ. Γαλάνη, η ηθοποιός που υποδύεται την αδερφή της στη σειρά).
Με ποιον είχα έρθει πιο κοντά τότε; Σαν παιδί, νομίζω με όλους περίπου το ίδιο. Ίσως λίγο παραπάνω με τον Μελέτη και τη Βάσω, γιατί κάναμε περισσότερα γυρίσματα μαζί τους, μιας και ήταν οι “γονείς” μας στη σειρά.
Τώρα, μεγαλώνοντας, αρχίζω να χτίζω καλύτερη σχέση και με τους υπόλοιπους. Ερχόμαστε πιο κοντά, μιλάμε, μοιραζόμαστε πράγματα, οπότε σιγά σιγά υπάρχει μεγαλύτερη επικοινωνία με όλους. Εντάξει, γιατί έχω μεγαλώσει κι εγώ, έχω άλλες ανησυχίες, πιο ενήλικες. Και το χαίρομαι, γιατί το ζω και διαφορετικά τώρα.
Αν μετά το τέλος της σειράς, είχα κρατήσει επαφή με κάποιους; Όχι ιδιαίτερη, του τύπου να μιλάμε συχνά στο τηλέφωνο ή να κάνουμε στενή παρέα. Υπήρχε όμως μια επικοινωνία, κυρίως μέσω των social media. Πιο πολύ, πάλι, με την Ηλιάνα, τον Μελέτη και τη Βάσω. Με την Ηλιάνα ήμασταν και κοντά ηλικιακά, αλλά επειδή μέναμε μακριά και είχαμε τις καθημερινές μας δραστηριότητες, δεν ήταν εύκολο να βρισκόμαστε. Πλέον όμως, που έχουμε μεγαλώσει, είναι πιο εύκολο.
Έχω πάρα πολλά αστεία περιστατικά από τα γυρίσματα. Γενικά, μας πιάνει πολύ συχνά νευρικό γέλιο, όπως συμβαίνει σε όλους τους ηθοποιούς. Οπότε, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε κάποια πολύ αστεία σκηνή ή κάτι υπερβολικό, γίνεται ακόμα πιο δύσκολο.
Θυμάμαι, για παράδειγμα, ένα επεισόδιο όπου η αδελφή μου στη σειρά ήθελε να φύγει από το σπίτι, γιατί ο μπαμπάς, ο Σάββας, δεν χώνευε το αγόρι της, τον Νάσο. Εκείνη του λέει ότι φεύγει και ο Σάββας παθαίνει «εγκεφαλικό» -έπρεπε δηλαδή να κάνει αυτή την υπερβολική αντίδραση, να στραβώσει το στόμα κλπ.
Ήταν τόσο αστείο όπως το έκανε, που δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε τη σκηνή. Νομίζω κάναμε πάνω από μισή ώρα, μπορεί και 40 λεπτά, για να καταφέρουμε να το πάρουμε σωστά, γιατί γελάγαμε όλοι -κι εγώ και η Βάσω και η Ηλιάνα. Σε κάποια φάση προσπαθούσα να μην τον κοιτάω καν, για να μη γελάσω και να μπορέσουμε επιτέλους να ολοκληρώσουμε το γύρισμα.
Θυμάμαι την ημέρα της προβολής του τελευταίου επεισοδίου. Είχαμε μαζευτεί όλοι σε έναν χώρο -ηθοποιοί, παραγωγή, όλοι- για να το δούμε μαζί για τελευταία φορά. Ήταν αρκετά συγκινητικό, γιατί ξέραμε ότι εκείνη τη στιγμή έμπαινε μια τελεία. Και, στην πραγματικότητα, από τότε δεν ξαναβρεθήκαμε οι περισσότεροι μέχρι που συναντηθήκαμε ξανά, έξι χρόνια μετά. Το τελευταίο γύρισμα δεν το θυμάμαι πολύ καλά, για να είμαι ειλικρινής. Θυμάμαι μόνο ότι την τελευταία σκηνή την είχαν κάνει η Βάσω με τον Μελέτη.
Αντίθετα, θυμάμαι πολύ έντονα το πρώτο γύρισμα της φετινής σεζόν. Η πρώτη μέρα ξεκίνησε με εμένα και την Ηλιάνα. Κάναμε μαζί την πρώτη σκηνή της έκτης σεζόν, μετά από έξι χρόνια, και αυτό από μόνο του ήταν αρκετά συγκινητικό.
Αν περίμενα να γίνει το reboot; Όταν είχε αρχίσει να ακούγεται, δεν το περίμενα. Δηλαδή, πριν από 2-3 χρόνια που είχαν βγει τα πρώτα δημοσιεύματα ότι υπάρχει περίπτωση να ξαναξεκινήσει, δεν το πίστευα. Είχα ακούσει απλώς ότι ίσως γίνει κάτι σαν μίνι ταινία ή ένα επεισόδιο, κάτι πιο σύντομο. Ωστόσο, πάντα για μένα ήταν ένα μακρινό όνειρο. Οπότε, όταν τελικά έγινε, χάρηκα πάρα πολύ.
Όταν μου το είπαν αγχώθηκα λίγο στην αρχή. Η πρώτη σκέψη μου ήταν πώς θα το συνδυάσω με τη σχολή μου. Είμαι στο τέταρτο έτος Νομικής και δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να πάνε χαμένα τόσα χρόνια προσπάθειας -πανελλήνιες, διάβασμα, όλα αυτά που έχω περάσει.
Οπότε, αυτό ήταν και το πρώτο “ζόρι” που συζήτησα με τους κοντινούς μου φίλους και με τους γονείς μου: πώς θα καταφέρω να το συνδυάσω με τη σχολή. Τελικά το έχω βρει -είναι λίγο δύσκολο, αλλά υπάρχει κατανόηση, ειδικά την περίοδο της εξεταστικής, και το διαχειριζόμαστε. Η δεύτερη σκέψη μου ήταν καθαρά ενθουσιασμός, σχεδόν παιδικός. Το ότι θα τους ξαναδώ όλους μετά από τόσα χρόνια. Ανυπομονούσα πάρα πολύ να ξαναβρεθούμε.
Είχα πολύ άγχος -κυρίως για το αν θα μπορέσω να παίξω τον ρόλο όπως τον ήθελα εγώ, αλλά και όπως τον ήθελαν ο σκηνοθέτης και όλο το cast. Θυμάμαι ότι είχα πάρα πολύ άγχος, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσα και να το χαρώ.
Σιγά σιγά, όμως, το άγχος έφυγε. Μπήκαμε όλοι σε ένα πρόγραμμα και έγινε πια καθημερινότητα. Από κάτι πρωτόγνωρο, έγινε «άλλη μία μέρα γυρίσματος».
Όταν τελείωσε το "Σόι Σου" υπήρξαν δύο ή τρεις προτάσεις για σειρές, πήγα, αλλά δεν έτυχε να προχωρήσει κάτι. Μετά ασχολήθηκα περισσότερο με το Instagram. Δεν το έψαξα και ιδιαίτερα, γιατί για μένα αυτό το κομμάτι είχε τελειώσει. Όχι επειδή ήθελα να τελειώσει, απλώς έκλεισε και είπα ότι τώρα θα επικεντρωθώ στο σχολείο μου, στους φίλους μου, στην καθημερινότητά μου, σε μένα. Δεν πίστευα ότι θα ξανανοίξει αυτός ο κύκλος μετά από έξι χρόνια.
Από τη μία, μου έλειπε. Από την άλλη, είχα πλέον περισσότερο ελεύθερο χρόνο για μένα, γιατί η ρυθμική και τα γυρίσματα τελείωσαν την ίδια χρονιά. Οπότε, από εκεί που τα έκανα όλα, ξαφνικά, στο λύκειο, δεν είχα τίποτα πέρα από το σχολείο. Μου φάνηκε πολύ διαφορετικό -το να γυρίζω από το σχολείο, να μπορώ να ξεκουραστώ, να μην κάνω τίποτα και να έχω μόνο το διάβασμα. Ήταν ένα ακραίο σενάριο για μένα, μια απότομη αλλαγή.
Από την άλλη, μου έλειπαν όλα αυτά που είχα συνηθίσει να κάνω και τα γυρίσματα. Αλλά είχα συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο κύκλος είχε κλείσει και ότι, αν είναι να γίνει κάτι, θα γίνει.
Με τη ρυθμική ασχολούμαι ακόμα, ερασιτεχνικά πλέον. Δηλαδή, στο να κατεβαίνω και να αγωνίζομαι, όχι -αυτό έχει τελειώσει. Πηγαίνω όμως σε μια ομάδα και βοηθάω ως βοηθός προπονήτριας, κυρίως σε μικρές ηλικίες.
Τη Νομική πώς την επέλεξα; Νομίζω περισσότερο λόγω βαθμού. Γενικά δεν είχα στο μυαλό μου κάποια συγκεκριμένη σχολή, μέχρι και την τρίτη λυκείου έλεγα απλώς ότι θα γράψω όσο καλύτερα μπορώ και μετά θα αποφασίσω. Όταν έγραψα καλά, ήμουν ανάμεσα στη Νομική και την Ψυχολογία. Ήμουν θεωρητική κατεύθυνση, οπότε αυτές ήταν οι επιλογές μου. Τελικά έβαλα πρώτη τη Νομική.
Τώρα που ξαναμπήκα στον χώρο της υποκριτικής, δεν έχω αποφασίσει ακόμα με σιγουριά αν θέλω να συνεχίσω. Νομίζω ότι θα δω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα -πότε θα τελειώσει η σειρά, σε τι φάση θα είμαι με τη σχολή μου. Θα ήθελα κάπως να ασχοληθώ, αλλά δεν νομίζω ότι θα πήγαινα σε μια σχολή υποκριτικής τεσσάρων ετών. Έχω κάποιες σκέψεις στο μυαλό μου, αλλά θα δείξει. Η σειρά θα συνεχιστεί και του χρόνου. Μετά, δεν ξέρουμε ούτε εμείς.
Τα social media μπήκαν πιο έντονα στη ζωή μου φέτος, λόγω της σειράς. Παλιά δεν ασχολούμουν ιδιαίτερα -ανέβαζα σπάνια. Τώρα προσπαθώ να δείχνω περισσότερα από την καθημερινότητά μου, αλλά δεν μου είναι εύκολο. Δεν έχω μάθει να είμαι συνέχεια σε φωτογραφίες και βίντεο. Προτιμώ να ζω τη στιγμή παρά να σκέφτομαι το content. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθώ να το ισορροπήσω.
Πάμε λίγο εκτός σειράς. Έχω σχέση εξ αποστάσεως. Η αλήθεια είναι ότι, στην ηλικία μας, είναι ακόμα νωρίς για πολύ έντονες δεσμεύσεις, οπότε προσπαθώ να το ζω όσο πιο χαλαρά γίνεται. Δεν είναι πάντα εύκολο, γιατί ο καθένας έχει το πρόγραμμά του και εγώ πλέον δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο, οπότε η επικοινωνία περιορίζεται. Αλλά τα βρίσκουμε -πηγαίνει ο ένας στον άλλον, κανονίζουμε να βλεπόμαστε.
Είναι στο εξωτερικό, στην Ολλανδία, όπου σπουδάζει. Φέτος κάνει ένα διάλειμμα λόγω στρατού, οπότε τον βλέπω περισσότερο. Από του χρόνου θα δυσκολέψουν πάλι τα πράγματα, αλλά προσπαθούμε, έστω και κάθε έναν-ενάμιση μήνα, να βρισκόμαστε. Έχει και τα καλά του -υπάρχει μια προσμονή, μια ανυπομονησία- αλλά και τις δυσκολίες του.
Η σχέση μου με τον καθρέφτη; Τα τελευταία ένα-δύο χρόνια φροντίζω περισσότερο τον εαυτό μου σε σχέση με παλιά. Έχω αρχίσει να προσέχω περισσότερο πώς βγαίνω έξω -να βάλω ένα τζιν, να φτιάξω λίγο τα μαλλιά μου.
Αλλά περνάω και φάσεις. Υπάρχουν μέρες που δεν έχω καθόλου όρεξη, που θέλω να είμαι χαλαρή, με φόρμες, χωρίς να ετοιμαστώ ιδιαίτερα. Άλλες μέρες, αν έχω καλή διάθεση, θέλω να βαφτώ, να ντυθώ, να περιποιηθώ τον εαυτό μου. Δεν είμαι από τα κορίτσια που θέλουν να είναι “στην πένα” κάθε μέρα -καθόλου.
Με τη μόδα έχω καλή σχέση. Δεν την παρακολουθώ φανατικά, αλλά μου αρέσει. Θα δω τις τάσεις, θα ψάξω, και μπορεί να πάω να πάρω κάτι που είναι στη μόδα εκείνη την περίοδο. Οπότε, ναι, θα έλεγα ότι έχω μια καλή σχέση με αυτό.
Το στιλ μου θα το περιέγραφα ως casual. Μου αρέσουν τα άνετα ρούχα, φοράω πολύ άνετα looks. Με τα τζιν δεν έχω την καλύτερη σχέση, προσπαθώ όμως να τη χτίσω. Ακόμα και στα τζιν θα επιλέξω κάτι άνετο. Φοράω πολύ κολάν, φόρμες, γενικά αθλητικά ρούχα -λόγω και του αθλητισμού τα έχω συνηθίσει.
Ακόμα και στα γυρίσματα, σχεδόν κάθε μέρα πηγαίνω με φόρμα, κολάν και αθλητικά. Σπάνια θα βάλω τζιν, εκτός αν έχω να πάω κάπου μετά. Σε πιο επίσημες περιστάσεις θα επιλέξω ένα φόρεμα ή φούστα με τακούνια ή μποτάκια, ή ένα καλό παντελόνι με πουκάμισο και σακάκι. Όσο για την ομορφιά, κάνω τα βασικά -skincare, καθαρισμό, κρέμες. Αν βαφτώ, θα κάνω ένα πολύ ελαφρύ μακιγιάζ. Δεν κάνω κάτι παραπάνω.
Στην καθημερινότητά μου, αυτό που μπορεί να με εκνευρίσει είναι να μου αλλάζουν το πρόγραμμα τελευταία στιγμή -ειδικά σε θέματα δουλειάς. Το να ακυρώσει ένας φίλος κάτι, το καταλαβαίνω, γιατί μπορεί να συμβεί και σε μένα. Αλλά όταν δεν μπορώ να οργανώσω τις υποχρεώσεις μου, όταν όλα είναι στον αέρα, αυτό με κουράζει και με εκνευρίζει. Γενικά δεν θυμώνω εύκολα. Προσπαθώ να μη δίνω σημασία. Αν κάτι δεν μου ταιριάζει σε έναν άνθρωπο, απλώς απομακρύνομαι.
Αυτό που μου δίνει χαρά στην καθημερινότητα είναι να ξέρω ότι δεν έχω κάτι να κάνω την επόμενη μέρα. Να μπορώ να κοιμηθώ χωρίς άγχος, να ξυπνήσω ό,τι ώρα θέλω. Παλιά θα έλεγα να βγω με φίλους, αλλά τώρα περισσότερο εκτιμώ την ηρεμία και το να μην έχω πολλές υποχρεώσεις στο μυαλό μου.
Όσο για το τι μου δίνει δύναμη, νομίζω πρώτα απ’ όλα ο ίδιος μου ο εαυτός. Όταν νιώθω ότι τα πήγα καλά -στη σχολή, στη δουλειά, σε κάτι που είχα να κάνω- αυτό μου δίνει ώθηση να συνεχίσω. Από εκεί και πέρα, θα μιλήσω και με κοντινούς μου ανθρώπους, για να τα βγάλω από μέσα μου και να ηρεμήσω λίγο.