Η Άννα Μάσχα είναι μια ηθοποιός σπάνιας αλήθειας και φυσικότητας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο, παράλληλα αποφοίτησε απ’την Δραματική Σχολή του Εθνικού και ξεκίνησε την πορεία της στο Αμόρε-Θέατρο του Νότου. Έμαθε από νωρίς την αξία της ομάδας και στη συνέχεια συνέχισε μόνη της στο σανίδι και την οθόνη, μεγάλη και μικρή. Μένει στο κέντρο της Αθήνας. Έχει έναν 16χρονο γιο.
Τώρα επιστρέφει στο Παλλάς, με την επιτυχημένη «Αλεξάνδρεια» του Φωκά Ευαγγελινού. Παράλληλα συμμετέχει στο τηλεοπτικό «Παιδί» και αναδεικνύει την κωμική της πλευρά στον ρόλο της Μίνας, σ’αυτό το έξοχο δίδυμο με την Μαίρη-Έλενα Τοπαλίδου.
«Το θέατρο δεν ξέρω αν ήταν εντελώς συνειδητή επιλογή. Κάποια βήματα οδήγησαν στο να περάσω το κατώφλι της σχολής. Σπούδαζα ήδη στο Πανεπιστήμιο, Αγγλική Φιλολογία, όταν κάναμε στο πλαίσιο ενός μαθήματος ένα θεατρικό, ένα έργο του Σαίξπηρ. Τότε άρχισαν να μου λένε να πάω να δώσω εξετάσεις σε δραματική -“είσαι καλή, θα μπεις”… Και είπα “ας δώσω”, και πέρασα. Δεν είχα ποτέ ασχοληθεί με το θέατρο, δεν είχα τριβή, δεν ήξερα αν μπορώ να τα καταφέρω. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι μου άρεσε να βλέπω να παίζουν, κυρίως σινεμά, γιατί θέατρο είχα δει ελάχιστο στην εφηβεία μου. Σαν να υπήρχε κάτι όμως, σαν κάτι να μ’έτρωγε. Κι είπα να το δοκιμάσω.
»Πραγματικά πιστεύω ότι αν δεν περνούσα με την πρώτη φορά, δεύτερη προσπάθεια δεν θα υπήρχε. Στη μαμά μου οφείλω τη λαχτάρα, την επιθυμία και την επαφή με όλα αυτά. Εκείνη ήταν ο καλλιτέχνης της οικογένειας. Ζωγράφιζε, τραγουδούσε. Εκείνη κι αν αγαπούσε το θέατρο -όταν ήταν νέα είχε δώσει εξετάσεις στο Εθνικό, είχε περάσει στην πρώτη φάση. Όταν ήταν να ξαναδώσει για δεύτερη φορά, είχε στο μεταξύ γνωρίσει τον μπαμπά και μπήκε σ’άλλα μονοπάτια ζωής. Μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες της από παραστάσεις που είχε δει, κυρίως του Θεάτρου Τέχνης, το οποίο είχε τότε θαμπώσει την νεολαία που αγαπούσε το θέατρο. Μεγάλωσα μ’αυτά, με ταινίες, ήμουν κοντά σ’όλο αυτό.
»Εξετάσεις έδωσα κρυφά. Η μαμά μου δεν εξεπλάγην, ο πατέρας μου έπεσε απ’τα σύννεφα, δεν νομίζω να το είχε σκεφτεί ποτέ. Αλλά το γεγονός ότι δίνουν τόσα πολλά παιδιά και παίρνουν μόνο 16, τον έκανε να πει “μήπως είναι το τυχερό της;”. Ήμουν ενήλικη πια, ωστόσο ήξερα ότι αν τους το είχα πει μπορεί να έπρεπε να δώσω μάχη -θα υπήρχαν γκρίνιες. Κι αν δεν περνούσα; Στην αρχή δεν ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου το θέατρο για μένα, μετά έγινε -ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου».
»Μεγάλωσα μέσα σ’ένα ζεστό, έντονο περιβάλλον, έχω πολύ ωραίες παιδικές αναμνήσεις. Θυμάμαι το παιχνίδι και τα γέλια, όπως θυμάμαι ότι αρπάζαμε αμέσως φωτιά και καβγαδίζαμε, ήμασταν πολύ έντονοι όλοι σε όλα -και στη χαρά μας. Ήταν κι η εποχή τέτοια. Μεγαλώναμε χωρίς να κάνουμε εκατομμύρια πράγματα -ένα σχολείο πηγαίναμε, κάποια στιγμή ξεκινούσε μια ξένη γλώσσα, αγγλικά κυρίως. Ήμασταν πιο ελεύθερα παιδιά. Θυμάμαι πολύ παιχνίδι με τον αδελφό μου μέσα στο σπίτι αλλά κι έξω, στις αλάνες, στις παιδικές χαρές. Κάναμε ωραίες εκδρομές. Σαν να ήταν όλα κάπως πιο εύκολα…
»Ενσωματωνόμασταν στη ζωή των μεγάλων με μεγαλύτερη ευκολία, θυμάμαι πως στα τραπέζια μου άρεσε να τους ακούω να μιλάνε. Τώρα δεν νομίζω ότι ισχύει το ίδιο -ο γιος μου μας βαριέται στο δευτερόλεπτο. Δεν τον ενδιαφέρει καθόλου καμία ιστορία που έχουμε να του πούμε. Εμένα μ’ενδιέφεραν. Κι αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που μας μεγάλωσαν. Δεν ενδιαφερόντουσαν συνέχεια στο αν θα βαρεθούμε ή όχι. Με θυμάμαι να βαριέμαι, να πλήττω αλλά και να βρίσκω πάρα πολλά πράγματα να κάνω μέσα στην πλήξη.
»Η μητέρα μου βέβαια ήταν συνήθως στο σπίτι -είχε δουλέψει κάποια χρόνια κι αφού γέννησε και τον αδελφό μου σταμάτησε. Μπορούσε ο πατέρας μου να θρέψει την οικογένεια. Τώρα οι γονείς τρέχουν απ’το πρωί ως το βράδυ οπότε και τα παιδιά δεν περνούν τις ίδιες ώρες με τους γονείς τους. Μιλάμε για ποιοτικό χρόνο. Εγώ αυτό το πράγμα δεν το καταλαβαίνω. Μπορεί να συνυπάρχουμε με το παιδί σ’ένα δωμάτιο και ο καθένας να κάνει τα δικά του -κι αυτό ωραίο είναι. Τι σημαίνει ποιοτικός χρόνος; Πρέπει να παίξουμε, πρέπει να διασκεδάσουμε, πρέπει να πάμε σε ένα μουσείο, πρέπει να κάνουμε κάτι, πρέπει, πρέπει… Υπάρχει και ο χρόνος που είσαι με τους ανθρώπους που αγαπάς χωρίς να χρειάζεται να κάνεις κάτι. Τότε υπήρχε αυτός ο χρόνος, τώρα όχι.
»Δεν μυθοποιώ το μεγάλωμά μας, στις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80. Είχε πολλά στραβά. Καμία εποχή δεν είναι ιδανική. Το ότι δεν ήταν καθόλου παιδοκεντρική δεν ήταν καλό. Τώρα έχουμε πάει στο άλλο άκρο. Τότε μας έγραφαν και λίγο στα παλιά τους τα παπούτσια και κάποια ζητήματα, όχι τόσο σημαντικά, τα λύναμε μόνοι μας -και καλύτερα. Αλλά μπορεί σε κάποια σοβαρά να μην τους είχαμε πλάι μας, γιατί δεν είχαν μάθει να τα διαχειρίζονται. Ακόμα θυμάμαι ότι ως τα τέλη του δημοτικού επιτρεπόταν ο χάρακας. Έχω φάει πολλές χαρακιές στο σχολείο κι ας ήμουν και καλό παιδί και καλή μαθήτρια και ήσυχη. Βάρβαρα πράγματα. Εκεί δεν θέλω επ’ουδενί να επιστρέψουμε.
»Κάνοντας την δική μου οικογένεια κατάλαβα ότι απ’τη μια παίζεις την κασέτα που έμαθες απ’το σπίτι σου και απ’την άλλη λειτουργείς όπως λειτουργεί η εποχή σήμερα. Νομίζω ότι τα συνδύασα. Μέχρι να πάει ο γιος μου δημοτικό τον ευχαριστήθηκα πολύ, χωρίς να κάνουμε πάντα κάτι. Από ένα σημείο και μετά πύκνωσε τόσο πολύ η δουλειά που τον έβλεπα μόνο τα βράδια και τα καλοκαίρια.
»Μπαίνοντας στο θέατρο, τριάντα πέντε σχεδόν χρόνια πίσω, ναι, υπήρχε, μια βία που κάπως θεωρείτο κομμάτι της δουλειάς. Βέβαια η βία έχει πολλές μορφές -δεν μας κοπανάγανε απ’το πρωί ως το βράδυ μ’έναν χάρακα. Βία είναι και να σου επιβάλουν χωρίς διάλογο ή αντίλογο, μια καλλιτεχνική άποψη. Τώρα, υπάρχει η βία, και μπορεί κανείς να την καταδείξει, να την επισημάνει, να την περιορίσει. Σήμερα θεωρώ ότι είναι πιο συζητήσιμα τα πράγματα. Θυμάμαι δασκάλους μου να λένε ότι στο θέατρο υπάρχει δικτατορία, απόλυτη δικτατορία, “ό,τι πει ο σκηνοθέτης”. Μεγαλώνοντας αρχίζεις και το αμφισβητείς βέβαια και θες να σηκώσεις το χέρι σου και να ρωτήσεις “γιατί”. Ο ηθοποιός που είναι; Τι είναι; Είναι μόνο ένα εκτελεστικό όργανο; Αλλά αυτά τα μαθαίνεις αργότερα. Αλλάζουν και οι εποχές, και σε συμπαρασύρουν, σε διευκολύνουν να αναρωτηθείς, χωρίς να είσαι ο περίεργος της ομάδας.
»Εγώ είχα την τύχη να είμαι σε μια πιο ομαδική κατάσταση και να ξεκινήσουμε αρκετοί μαζί, οπότε υπήρχε μια σχετική ισοτιμία. Ξεκίνησα στο Αμόρε- Θέατρο του Νότου. Υπήρχε κάτι το ομαδικό, μια ανταλλαγή, δεν υπήρχε καπέλωμα… Μετά τα πρώτα χρόνια, ξέραμε ότι εκεί θα δουλέψουμε, ερχόντουσαν οι προτάσεις απ’τον Γιάννη Χουβαρδά ή τους άλλους σκηνοθέτες. Ήταν μια τομή το ότι έκλεισε το Αμόρε και αισθάνθηκα μια ανασφάλεια. Το αναπολώ ως αυτό που ήταν τότε, δεν το αναπολώ για να ζούσα και τώρα το ίδιο. Θεωρώ ότι ήταν κάτι πολύ συνδεδεμένο με την εποχή του.
»Μετά το Αμόρε, ξαναδούλεψα με κάποιους ανθρώπους, ξαναβρέθηκα με την ομάδα, οπότε τα πρώτα χρόνια δεν μου έλειψε, ξανασυναντιόμασταν. Μου έλειψε περισσότερο ο χώρος ίσως. Αργότερα ο καθένας κάπως ακολούθησε τον δικό του δρόμο. Δεν ξέρω αν θα ξαναέμπαινα σε μια σταθερή ομάδα. Ούτως ή άλλως κάθε καινούργια οικογένεια που δημιουργούμε σε κάθε δουλειά συνδεόμαστε για κάποιους μήνες και ύστερα μπορεί να κάνουμε να ιδωθούμε χρόνια… Σε όποια ομάδα κι αν βρεθώ, θεωρώ ότι είμαι πολλή ομαδική παίκτρια, κι αυτό είναι κατάλοιπο της 20ετίας που έζησα στο Αμόρε. Τα ονόματά μας τα φτιάξαμε εκεί μέσα. Και μετά εμείς αυτό το γυρίσαμε στο θέατρο. Ήταν, είναι ένα πάρε-δώσε.
»Η τηλεόραση; Μετά το κλείσιμο του Αμόρε, εγώ έγινα μαμά, έλειψα λίγο απ’το θέατρο, πάτησα λίγο φρένο. Οπότε η τομή στη ζωή μου ήταν διπλή. Και η επαγγελματική μου ζωή τέλειωσε όπως την ήξερα ως τότε και η ζωή μου γενικά. Μετά άρχισε ένα εντελώς νέο κεφάλαιο. Όταν ξαναγύρισα με την ομάδα, στο θέατρο Πόρτα -Θωμάς Μοσχόπουλος, Αργύρης Ξάφης, Άννα Καλαϊτζίδου, Κώστας Μπερικόπουλος, Σωκράτης Πατσίκας, ο συγχωρεμένος ο Βαγγέλης Χατζηνικολάου, μου πήρε αρκετά χρόνια για να μπω στην τηλεόραση…
»Τη σεζόν 2020-’21 έκανα την “Καρτ-Ποστάλ” (ΕΡΤ) και απ’το 2022, με το “Αυτή η νύχτα μένει” (Alpha) ασχολούμαι πολύ με την τηλεόραση. Και την αγάπησα. Ήμουν τυχερή, βρέθηκα σε καλές δουλειές, σε καλή φάση της τηλεόρασης. Μετά ήμουν στο “Προξενιό της Ιουλίας”, πέρυσι στη “Διάφανη Αγάπη” (Alpha). Φέτος ήρθε “Το Παιδί” (ΕΡΤ). Ναι, είναι αλήθεια ότι δεν έχω παίξει πολλές κωμωδίες στη ζωή μου. Είναι περίεργο πράγμα η κωμωδία, δύσκολο. Αλλά είναι τόσο ωραία φέτος η συνθήκη στο “Παιδί”, τόσο ωραίο το σενάριο.
»Απ’την αρχή υπήρχε το ντουέτο με την Έλενα Τοπαλίδου, η Μαίρη και η Μίνα, οι χήρες. Την Έλενα την γνώριζα αλλά όχι τόσο καλά όσο την γνώρισα τώρα που είμαστε δέκα ώρες τη μέρα μαζί. Θυμάμαι ότι όταν ξεκινούσαμε εμείς στο Αμόρε, ξεκινούσε κι εκείνη με την “Οκτάνα” του Κωνσταντίνου Ρήγου. Τότε κάναμε και παρέα. Ένα καλοκαίρι δουλέψαμε στην ίδια παράσταση στην Επίδαυρο με τον Γιάννη Χουβαρδά, στον Χορό, το 1996. Και τώρα, τριάντα χρόνια μετά, παίζουμε μαζί. Θυμάμαι όταν γέννησε, ίσως ήμουν έγκυος τότε, μου είπε μια φράση για τη μητρότητα -την έχω κρατήσει μέσα μου. Έχουμε και κοινά πράγματα και πολύ διαφορετικά. Λειτουργεί μεταξύ μας το ντουέτο, αλληλοσυμπληρωνόμαστε. Και τις αγαπάμε πολύ τις ηρωίδες μας, τη Μαίρη και τη Μίνα.
»Κατά καιρούς είχα φίλες κολλητές αλλά δεν μου έμειναν. Οι ζωές μας ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους.
»Νυφικό μπορεί να είχα ονειρευτεί κοριτσάκι στο δημοτικό, αλλά μετά, όχι. Οικογένεια όμως πάντα ήθελα -παιδί, έναν σύντροφο με τον οποίο θα κρατήσει η σχέση. Τα τυπικά και τα τελετουργικά δεν μ’ενδιέφεραν ποτέ. Ένα σύμφωνο συμβίωσης υπογράψαμε με τον άντρα μου -εκείνος μου το πρότεινε, κι αυτό ήταν όλο. Ωραίο είναι να γλεντήσεις την ένωση σου, αλλά άμα είσαι με τον άλλον 25 χρόνια, απλά επισφραγίζεις και νομικά κάτι που ισχύει.
»Ο γιος μας δεν νομίζω ότι έδωσε σημασία σε όλο αυτό. Είναι 16, στο αποκορύφωμα της εφηβείας. Εγώ προσπάθησα να είμαι πολύ κοντά του, παρόλη τη δουλειά. Ήμουν διαθέσιμη. Ήμουν εκεί. Όχι μόνο γιατί το θεωρούσα καθήκον μου, αλλά κυρίως για μένα, ευχαριστιόμουν να είμαι μαζί του, ήταν η απόλαυσή μου. Θεωρώ ότι λόγω της φύσης της δουλειάς μου, που είναι βραδινή, οι αποχωρισμοί ήταν δύσκολοι -όχι δραματικοί, αλλά καταλάβαινα πως ήταν δύσκολοι, και για μένα. Γι’αυτό και προσπαθούσα να τους κάνω πιο αλαφρούς. Ήταν ένα δεδομένο που έπρεπε και οι δύο να αντιμετωπίσουμε. Ένα “θα τα πούμε αύριο”. Δεν είναι εύκολο να φεύγει η μαμά το βράδυ. Φυσικά, από ένα σημείο και μετά, αυτονομήθηκε -κι εμένα με πληγώνει ότι δεν μ’έχει πολλή μεγάλη ανάγκη. Προσπαθώ να είμαι διακριτική, στην άκρη, να μην τον πιέζω. Καμιά φορά τον πιέζω επίτηδες, για μια αγκαλιά, ένα φιλί, ένα γαργαλητό… Και μετά τον αφήνω ήσυχο. Με βλέπει στη σκηνή, αλλά δεν νομίζω ότι τρελαίνεται για το θέατρο. Ούτε βαριέται όμως -πιο πολύ του αρέσουν οι ταινίες. Άλλωστε κι εγώ με το σινεμά μεγάλωσα, άλλη μαγεία…».
«Είναι κάτι τελείως διαφορετικό από όσα έχω κάνει η “Αλεξάνδρεια”. Το γεγονός ότι μου το ζήτησε ο Φωκάς Ευαγγελινός, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος, με έκανε να πω το ναι. Ο Φωκάς είναι θετικός, αισιόδοξος, σε εμπνέει, σου γιατρεύει τις αμφιβολίες, τις ανησυχίες, σε διαβεβαιώνει ότι θα βρεθεί λύση για όλα -είναι τρομερός.
»Με την Αλεξάνδρεια δεν είχα καμία σχέση, πέραν αυτής που έχουμε όλοι μέσω του Καβάφη. Με την Αίγυπτο έχω μια μακρινή σχέση: Η οικογένεια του μπαμπά μου έζησε για κάποια χρόνια εκεί, αλλά στο Κάιρο, κι εκείνος πρέπει να πήγε τις πρώτες τάξεις της δημοτικού εκεί. Μαθαίνανε αραβικά και γαλλικά. Κι επίσης ξέρω ότι ένα κομμάτι της οικογένειάς μου ήταν Αιγυπτιώτες. Ο πατέρας μου ήταν από τη Χίο. Το Μάσχα είναι χιώτικο όνομα.
»Με ξεριζωμό έχω μεγαλύτερη σχέση γιατί η οικογένεια της μητέρας μου ήταν από τη Σμύρνη, οπότε αυτόν τον καημό τον ξέρω.
»Αλλά αυτό που κατάλαβα με την Αλεξάνδρεια είναι ότι ο διωγμός στην περίπτωση της Μικράς Ασίας ήταν τραύμα ενώ στην Αίγυπτο έγινε αναίμακτα. Δεν εκδιώχθηκαν βίαια. Αλλά ο πόνος, η νοσταλγία και η ωραιοποίηση του τι αφήσαμε πίσω, υπάρχουν.
»Δεν ήταν όλοι πλούσιοι και αριστοκράτες οι Αιγυπτιώτες, αλλά είχαν τα σχολεία, τα κέντα πολιτισμού τους, ήταν αρκετά ανεπτυγμένοι.
»Ναι, η “Αλεξάνδρεια” είναι και μια ιστορία μεγάλου έρωτα, ενός ανεκπλήρωτου έρωτα που βιώθηκε για ένα χρονικό διάστημα αλλά διακόπηκε, δεν είχε κοινό μέλλον -το στερήθηκε. Όχι, εγώ δεν κουβαλάω έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Μπορεί ψυχαναλυτικά, φιλοσοφικά και ποιητικά να είναι πολύ ωραίο και τροφή για έμπνευση, αλλά ψυχολογικά το να κολλάς σε κάτι που δεν ικανοποιείται, μάλλον είναι βαρύ.
»Είναι αλήθεια ότι μας ελκύουν οι ιστορίες με εμπόδια, που δεν ρέουν ομαλά. Για μένα ζητούμενο είναι η ηρεμία. Ακόμα και όταν ήμουν νεότερη, πιο ακραία, πιο παθιασμένη, την ηρεμία αποζητούσα. Έχω κάνει ακρότητες κι εγώ, έχω κολλήσει σε πάθη, αλλά ομολογώ ότι με κουράζουν όλα αυτά. Θέλω να ξαναγυρνάω σε μια κατάσταση όπου υπάρχει μια ηρεμία, μια ισορροπία, να μην σε ταράζει κάτι όλη την ώρα. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στα κόκκινα, αλλά νομίζω ότι είναι αυτή και η φύση τους. Η μόνιμη ταραχή που βιώνουν μέσα κι έξω είναι το φυσιολογικό τους -θα βαριόντουσαν φριχτά σε μια κατάσταση ηρεμίας.
»Το θέατρο δίνει τις δυνατότητες να ζήσεις πολλά. Είναι μια βαρκούλα που μπορεί να σε πάει σε μέρη που έχεις ονειρευτεί, φανταστεί, κυρίως όμως να γίνεις το μέσον για να τα απολαύσει ο θεατής».
«Αλεξάνδρεια» του Φωκά Ευαγγελινού στο Παλλάς από 14 Μαρτίου. Παραστάσεις: Τετάρτη (19.30)-Σάββατο (17.00)-Κυριακή (15.00).
«Το Παιδί», ΕΡΤ1, από Δευτέρα-Πέμπτη (23.00)