Η Αιμιλία Υψηλάντη δεν μπαίνει εύκολα σε καλούπια. Μοιάζει να ζει και να πορεύεται έξω από στερεότυπα και προκαταλήψεις.
Γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας, οι γονείς της ήταν εκπαιδευτικοί. Σπούδασε στην ΑΣΟΕΕ και στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν. Ξεκίνησε την πορεία της στον κινηματογράφο και το θέατρο στα τέλη της δεκαετίας του ’60 σύντομα. Παράλληλα με την καριέρα της, ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση (πρόεδρος του ΣΕΗ), αλλά και πολιτική (βουλευτής ΚΚΕ).
Τώρα ετοιμάζεται για μια ακόμα πρεμιέρα, τη δική της πρεμιέρα. Στο θέατρο Αργώ, στο Μεταξουργείο, κάνει μια βόλτα στη ζωή της μέσα από τον μονόλογο «AI-MILIA» που έγραψε η ίδια και μιλάει για πολλά, για όλα, ακόμα και για τα ανείπωτα. Και παίρνει δύναμη από την εγγονή της…
«Πώς ξεκίνησε η ιδέα αυτού του μονολόγου; Ξέρεις, υπάρχει μια δυσκολία στη μεγάλη ηλικία στην αναζήτηση ρόλων, δεν είναι εύκολο. Μπορεί να μην δίνω την εικόνα μιας πολύ-πολύ μεγάλης γυναίκας, αλλά είμαι. Ζω ακόμα την αντίφαση, όπως όταν ήμουν πολύ γνωστή από τον κινηματογράφο, ότι δεν ήμουν τόσο ικανή ηθοποιός, δεν είχα πείρα, για να ανταποκριθώ και να πάρω τους αντίστοιχους ρόλους. Τώρα ακόμα, δεν μπορώ να βρεθώ σε έναν θίασο, να με πάρει κάποιος για να παίξω σε έναν τρίτης κατηγορίας ρόλο. Δεν με σκέφτονται. Η εικόνα της μεγάλης σε ηλικία γυναίκας, στο πανί και την οθόνη, δεν γίνεται αποδεκτή. Η ρυτίδα είναι αρνητικό πράγμα, όχι όμως για τον άντρα. Είχα και μια περίοδο αγρανάπαυσης -μια παύση, μια απραξία θα έλεγα, που με έκανε να σκεφτώ πιο πολύ. Οπότε άρχισαν να μου έρχονται διάφορες σκέψεις στο μυαλό, κάποια πράγματα από το παρελθόν και με το παρελθόν. Ήθελα να κάνω κάτι, να ενεργοποιηθώ, να μην μένω άπραγη. Λόγω και του θεάτρου που έχω, έχω πάντα την ευχέρεια να μπω και να κάνω κάτι. Σκέφτηκα τους μονολόγους, έψαξα, δεν βρήκα κάποιον μονόλογο να με εκφράζει.
»Κι έτσι είπα να κάνω εγώ έναν μονόλογο και να πω κάτι από αυτά που έχω ζήσει. Φοβόμουν μεν την αυτο-αναφορικότητα, αλλά τελικά το ξεπέρασα και καταπολέμησα τους πρώτους δισταγμούς που είχαν να κάνουν με τα σχόλια. Είπα ότι είμαι αρκετά μεγάλη και δεν με ενδιαφέρουν τα σχόλια. Κι έτσι αποφάσισα να το κάνω… Μαζί με έναν συνεργάτη, ένα νέο παιδί (σ.σ. Γιώργος Αγγελίδης), έναν συνομιλητή, ξεκίνησα. Άρχισα να του λέω διάφορα, από τα οποία και κάναμε μια επιλογή. Είναι ανακατεμένα, κυρίως ασήμαντα πράγματα ή που μοιάζουν ασήμαντα, τα οποία όμως είναι τόσο σημαντικά για μας που τα θυμόμαστε. Ή κάποια άλλα, πολύ σημαντικά που ή δεν τα θυμόμαστε ή δεν μας ενδιαφέρει να τα αναφέρουμε.
»Πρόσεξα ότι από την θητεία μου στη Βουλή δεν έχω βάλει τίποτα -τι να βάλω δηλαδή; Το αναφέρω μόνο σαν γεγονός. Αν μου άφησε κάτι η Βουλή; Το μεγάλο πρόβλημα ήταν να μην σε πάρει ο ύπνος. Ήμουν και στο ΚΚΕ, με λίγους βουλευτές, οπότε περνούσα ώρες ολόκληρες στα έδρανα. Η ακοή μας όμως δεν έχει συνηθίσει τόσες ομιλίες τόση ώρα… Δεν μπορείς να τις παρακολουθήσεις, αγωνίζεσαι, παλεύεις να τα καταφέρεις, να κρατηθείς σε εγρήγορση. Θυμάμαι ότι πιο πολύ με εκτιμούσαν οι της Νέας Δημοκρατίας από τους από εδώ. Σε μια άλλη αφήγηση θα μπορούσαν αυτά να έχουν ενδιαφέρον και να μιλήσω για κάποια ζητήματα και χειρισμούς και για κάποιους ανθρώπους.
»Στο κείμενο άφησα αυτά που μου βγήκαν αβίαστα και έχει ενδιαφέρον ότι ένα μέρος συνδέεται με τα παιδικά χρόνια. Μου έρχονται τόσο ζωντανές κάποιες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια, ενώ οι πρόσφατες δεκαετίες -ίσως γιατί είναι πολύ κοντά, όχι και τόσο. Εικόνες βλέπουμε, τις εικόνες αφηγούμαστε. Ρωτώντας την αδελφή μου για κάποια γεγονότα, κατάλαβα ότι εκείνη θυμόταν άλλα από μένα. Οπότε είναι και διασκεδαστικό το θέμα. Επίσης μου έκανε εντύπωση ότι κάποια πράγματα που μοιάζουν με συμπτώσεις -αν είναι συμπτώσεις ή αν εμείς τις προκαλούμε, τελικά αυτά είναι που καθορίζουν πολλά στη ζωή μας. Βγήκα πιο πλούσια από όλη αυτή τη διαδικασία.
»Και, ναι, έκανα μια ταξινόμηση της ζωής μου γιατί αναγκάστηκα να δω τον εαυτό μου και σε σχέση με την συγκεκριμένη εποχή. Είμαστε γέννημα των καιρών. Οπότε έπρεπε να αναφερθώ και στην εποχή άρα είδα την εικόνα μου μέσα στο περιβάλλον και πως με επηρέασαν ένα-δύο άνθρωποι. Ήταν πολύ σημαντικό ότι ακόμα και τα δύσκολα προβλήματα τώρα πια τα βρίσκω απλά. Αυτή η διαδικασία σε κάνει να τα εγκαταλείπεις για να πας μπροστά. Να φύγουν αυτά, για να προχωρήσω.
»Από που αντλώ τόση δύναμη; Νομίζω από τη μεγάλη ασφάλεια που είχα σαν παιδί, από αυτό το κουκούλι που λέω εγώ… Είμαι από μια μικροαστική οικογένεια εκπαιδευτικών και χόρτασα αγάπη. Όχι από τους γονείς μου -η μάνα μου έλειπε, σπούδαζε στην Ελβετία, αλλά δεν ένιωσα ποτέ την έλλειψή της, κι ας ήταν μετά δύο χρόνια με τον πατέρα μου στην Αθήνα. Τότε εμείς μείναμε στην Αμαλιάδα με μια υπηρέτρια και την γιαγιά μου που ερχόταν από τον Πύργο. Δεν καταλαβαίναμε, παίζαμε στα χώματα, στον δρόμο. Είχα ένα σόι, ήμουν μέσα σε μια αγκαλιά. Όσο ζούσαν οι γονείς μου καθόμουν στα πόδια τους, ακόμα και όταν δεν άντεχε πια ο μπαμπάς μου. Ο πατέρας μου πέθανε στα 86 του και η μητέρα μου στην ίδια ηλικία. Η μητέρα μου ήταν λίγο η γυναίκα που κάπως υπολόγιζε το κοινωνικό περιβάλλον, ο πατέρας μου όχι, μου έλεγε “κάνε ό,τι θέλεις”.
»Θα ήθελα τώρα, αν τους ξανασυναντούσα να τους ρωτήσω για πράγματα που δεν μιλάγαμε ποτέ, για μνήμες που χάνονται. Εγώ θα ήθελα τη μνήμη τους να την κουβαλήσω. Δεν θέλω να χάνονται οι μνήμες των ανθρώπων, γιατί αυτό είμαστε εμείς, ο πολιτισμός μας, οι εποχές μας, η ιστορία του τόπου μας. Οπότε ας πούμε τις ιστορίες μας. Κι αν κάποια δική μου ιστορία ακουμπήσει κάποιον άλλον, αυτό φέρνει την επικοινωνία και δημιουργεί τη χαρά, τη λύτρωση. Κι αυτό είναι το σημαντικό.
»Εγώ βγήκα στη δουλειά, στο επάγγελμα τη δεκαετία του ’60. Τότε είναι η σχολή του Θεάτρου Τέχνης αλλά είναι και το τι συμβαίνει στον κόσμο -ο αντιμοναρχικός αγώνας ως τη δεκαετία του ’70. Τότε, ανακάλυψα, ότι εγώ στον αντιμοναρχικό αγώνα, χωρίς λόγο, σηκώθηκα ένα πρωί και έφτιαξα μια επιτροπή μαζί με άλλους και άρχισα να δουλεύω. Η οικογένειά μου κάθε άλλο παρά αριστερή ήταν -ο πατέρας μου δεν κατάλαβα ποτέ τι ήταν, η μητέρα μου ήταν συντηρητική. Ωστόσο στο σπίτι μας υπήρχε ένα ελεύθερο πνεύμα. Θυμάμαι ήμουν γύρω στα 40-45 όταν είπα μια μέρα “εγώ έπρεπε να είχα γίνει χορεύτρια” και γύρισε ο πατέρας μου και μου είπε “και γιατί δεν γίνεσαι;” “Τώρα”, του λέω. “Άμα θέλεις εσύ;…” μου απάντησε. Με έλεγε στρουθίο, σπουργίτι… Με εμπιστευόταν κι εκείνος και η μητέρα μου. Δεν μας έβαλαν ποτέ κανένα εμπόδιο. Ήμουν η μεγαλύτερη από τα αδέλφια μου. Θυμάμαι στα 16-17 η μάνα μου μου έδωσε το κλειδί του σπιτιού για να είμαι εγώ η υπεύθυνη…
»Παντρεύτηκα νωρίς. Το επώνυμό μου είναι το άντρα μου. Το δικό μου είναι Σακελλαριάδου, αυτό γράφει και η ταυτότητά μου. Μου έμεινε όμως ένα ωραίο επώνυμο. Την εποχή εκείνη παντρευόμασταν γενικά νωρίς. Τον άντρα μου τον ερωτεύτηκα, ναι. Αρραβωνιάστηκα όσο ήμουν στη δραματική σχολή και δεν μου το συγχώρησαν αυτό ποτέ. Ζούσα ξαφνικά, σε ένα αυστηρό, λίγο καλογερίστικο περιβάλλον, μαυροντυμένη, να περπατώ με το κεφάλι κάτω. Υπογείως όμως φαίνεται πως με πείραξε, στους κώδικες που είχα και σε αυτό που φανταζόμουν για το επάγγελμα. Κι έτσι αρπάχτηκα από τον έρωτα. Ήταν και ναυτικός. Ήθελα και να ταξιδεύω μαζί του. Και ταξίδεψα… Όλο αυτό ήταν και μια επιθυμία μου να ξεφύγω από το οικογενειακό περιβάλλον -πάντα θέλεις να ξεφύγεις, όσο καλά κι αν περνάς. Σχεδόν μόλις τελείωσαν τα ταξίδια μας ο πρώην άντρας μου αποφάσισε να εγκαταλείψει τα καράβια και να δουλέψει στα ναυτιλιακά στον Πειραιά. Κι έτσι είχα να αντιμετωπίσω την καθημερινότητα και έναν άνθρωπο που δεν ήταν αυτό που ήθελα εγώ.
»Το σινεμά; Στο σινεμά είχα κάνει μία-δύο ταινιούλες και ξαφνικά έγινα εξώφυλλο στον “Ταχυδρόμο”, ναι, στον “Ταχυδρόμο”, τότε. Αυτό ήταν καλό για τον κινηματογράφο, αλλά για το θέατρο δυσκόλευε τα πράγματα, δεν τα βοηθούσε. Το θέατρο θέλει σκληρή δουλειά, πρέπει να ξεκινήσεις από χαμηλά, από λίγο, από μικρούς ρόλους. Εγώ, από τη μια ήμουν στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης και από την άλλη δούλευα με τον Βουτσά και τον Ρίζο… Καλοί επαγγελματίες αλλά με άλλους κώδικες από αυτούς που εγώ είχα στο Τέχνης. Όπως και ο Θανάσης Βέγγος με τον οποίο δούλεψα πολύ.
»Ο Βέγγος ήταν ένας μανιακός επαγγελματίας. Σε βοηθούσε, νοιαζόταν για σένα. Εγώ δύο ανθρώπους στο επάγγελμά μου ένιωσα ότι με νοιάστηκαν. Ο ένας ήταν ο Βέγγος, ο άλλος ήταν ο Κούρκουλος. Ο Κούρκουλος ήταν για μένα το δείγμα του αφοσιωμένου ανθρώπου στο επάγγελμα του ηθοποιού, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, ως επιχειρηματίας ή διευθυντής στο Εθνικό, παντού. Με είχε καταπλήξει. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 θυμάμαι είχαμε κάνει οι ηθοποιοί μια απεργία διαρκείας και κλείσαμε τα θέατρα μέσα στις γιορτές, τα Χριστούγεννα. Τότε ο Κούρκουλος ήταν πρόεδρος των θιασαρχών (ΠΟΘΑ), εγώ του ΣΕΗ. Η αντιπαράθεση δεν ήταν απλώς σκληρή, είχε φτάσει σε δημόσιο επίπεδο, με συζητήσεις στην τηλεόραση και αντιπαραθέσεις -είχαμε βρεθεί απέναντι. Και μετά από μερικούς μήνες ο Κούρκουλος με κάλεσε να παίξω στο θέατρό του, πρωταγωνίστρια. Τότε οι δημοσιογράφοι μάλιστα είχαν κάνει κάποια δεικτικά σχόλια, ότι κάτι άλλο συνέβαινε μεταξύ μας -τίποτε δεν υπήρχε. Ήταν για τη “Φωλιά του κούκου”. Απλώς από ό,τι άκουσα μετά, είχε πει ο Βολανάκης στον Κούρκουλο ότι γι’αυτόν τον ρόλο κάνει η Υψηλάντη –“έχει κάτι νοσοκομειακό” του είπε… Κι ο Κούρκουλος δεν λογάριασε ότι είχαμε έρθει σε τέτοια αντιπαράθεση. Αυτό ήταν κάτι σπάνιο.
»Η επαγγελματική μου ζωή δεν ήταν και πολύ εύκολη -κάποια στιγμή θέλησα να φτιάξω και ένα θέατρο, όλοι θέλουμε να φτιάξουμε τον χώρο μας. Το έφτιαξα ακριβώς όπως το φαντάζομαι -ήταν τη δεκαετία ’90. Μπορούσα να πάρω δάνειο, πούλησα κι ένα σπίτι. Δεν μπορούν να καταλάβουν οι άνθρωποι τι κάνουμε εμείς για το θέατρο, όλοι οι επαγγελματίες. Και τώρα ελπίζω να μπορέσω να το αφήσω στην εγγονή μου, που είναι για μένα πάρα πολύ σημαντικό. Είναι 32 χρόνων. Η κόρη μου είχε παντρευτεί πολύ νωρίς. Στην εγγονή μου αρέσει πάρα πολύ το θέατρο, με την έννοια ότι της αρέσει όλο το χαμαλίκι, που λέω εγώ, όλα όσα αφορούν στο θέατρο -όχι δεν είναι ηθοποιός. Και με έχει απαλλάξει από όλα αυτά που εκείνη απολαμβάνει, τα οικονομικά, τα της παραγωγής, το εναλλασσόμενο πρόγραμμα στο παιδικό… Και το θέλει πάρα πολύ. Κι αυτό μου δίνει και ζωή και μια επιθυμία να ζήσω κι άλλο, κι άλλο, για να είμαι εκεί, κοντά της, όσο μπορώ.
»Με τον σύντροφό μου είμαστε μαζί πολλά χρόνια και είμαστε και πολύ διαφορετικοί.
»Αν μιλάω για τα προσωπικά μου στην παράσταση; Ναι. Θυμήθηκα τι ένιωσα όταν γέννησα το παιδί μου. Το περιβόητο ένστικτο μητρότητας. Είχα πει τότε στη μάνα μου ότι “δεν νιώθω τίποτα, δεν νιώθω μαμά” κι εκείνη γέλασε και μου είπε “γιατί να πρέπει να νιώθεις; Αυτά έρχονται αργότερα, χτίζονται”.
»Τα δύσκολα της ζωής μου τα περνάω στην παράσταση προς το τέλος. Σαν να με ρωτάει κάποιος “δεν θα μας πεις κάτι και γι’αυτό;” Είναι περίεργο. Οι άνθρωποι έρχονται για να ακούσουν τα βαριά. Γιατί; Και βεβαίως πρέπει να πω ένα-δύο πράγματα γι’αυτά αλλά πρέπει και ο κόσμος να φύγει ανάλαφρος όπως και εγώ…
»Για να διαχειριστείς τέτοια δύσκολα πράγματα πρέπει να πας σε έναν ρόλο, να παίξεις έναν άλλον άνθρωπο. Η δυσκολία αυτού που κάνω είναι μεγάλη και μπορεί να αποτύχω -μέσα στο παιχνίδι είναι. Άλλωστε ποτέ κανείς δεν πέθανε από μια κακή παράσταση. Αλλά είναι δύσκολο να είσαι ο εαυτός σου. Αν πετύχεις εκείνη τη μικρή στιγμή αλήθειας, αυτό είναι το σημαντικό, το πιο σημαντικό.
»Μου λες ότι αντέχω. Πως αντέχω; Ίσως εμείς οι γυναίκες χρειαζόμαστε, περισσότερο από τους άντρες, να νιώθουμε ότι είμαστε καλυμμένοι, ότι υπάρχει ένας σύντροφος, που νιώθεις ότι είναι εκεί για σένα και είναι περήφανος γι’αυτό που είσαι, όπως είναι οι γονείς για τα παιδιά τους -και καμαρώνει. Το να καμαρώνεις για τον άλλον έχει σημασία… Οπότε, ναι, έχω και πάτημα, μπορώ να πατήσω κάπου. Σαν τον αθλητή που για να κάνει το άλμα, πατάει… Γιατί τελικά, η δύναμη μας είναι ο εαυτός μας».
«AI-MILIA» με την Αιμιλία Υψηλάντη στο θέατρο Αργώ, από 25 Απριλίου