Του Χάρη Ντιγριντάκη
Μεταθέσεις χρονοδιαγραμμάτων, χρηματοδοτικά κενά και θεσμικές εμπλοκές διαμορφώνουν μια ζοφερή εικόνα προς ώρας στα βασικά έργα υποδομών στην Αττική, με τη Γραμμή 4 του Μετρό, την επέκταση της Λεωφόρου Κύμης και το logistics park στη Φυλή να κινούνται πλέον σε διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες από τους αρχικούς σχεδιασμούς.
Τούτων δοθέντων από τη νέα δεκαετία, και συγκεκριμένα από τα μέσα του 2032, αναμένεται –υπό προϋποθέσεις– να παραδοθεί προς χρήση στους πολίτες η νέα Γραμμή 4 του Μετρό της Αθήνας, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις της αγοράς ότι το έργο δεν επρόκειτο να ολοκληρωθεί έως το 2029.
Η μετατόπιση από τον Ιούνιο του 2029 στον Σεπτέμβριο του 2032 συνιστά καθυστέρηση άνω των τριών ετών, χωρίς να αποδίδεται αποκλειστική ευθύνη στον ανάδοχο. Επισημαίνεται ότι το έργο, προϋπολογισμού άνω του 1,5 δισ. ευρώ, κατασκευάζεται από την κοινοπραξία ΑΒΑΞ – GHELLA – ALSTOM και αφορά το τμήμα Γουδή – Γαλάτσι με 15 νέους σταθμούς, σε πυκνοκατοικημένες περιοχές της πρωτεύουσας.
Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί έκπληξη. Εδώ και καιρό υπήρχαν ενδείξεις ότι το χρονοδιάγραμμα είχε εκτροχιαστεί, λόγω καθυστερήσεων στην παράδοση εργοταξίων, δικαστικών προσφυγών, αλλά και τεχνικών δυσκολιών σε σημεία όπως τα Εξάρχεια, το πάρκο Ριζάρη στον Ευαγγελισμό, καθώς και ο σταθμός στο Γουδή λόγω υποδομών της ΕΥΔΑΠ.
Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και σήμερα δεν έχουν παραδοθεί όλοι οι χώροι εργασίας, γεγονός που επηρεάζει κρίσιμα την πρόοδο του έργου. Παράλληλα, οι μετροπόντικες προχωρούν, με τον έναν να έχει καλύψει περίπου το 44% της διαδρομής, ενώ ο δεύτερος έχει ολοκληρώσει σημαντικό μέρος της σήραγγας.
Η Γραμμή 4 παραμένει ωστόσο ένα έργο-ορόσημο για την Αθήνα. Με μήκος 12,8 χλμ. και εκτιμώμενη επιβατική κίνηση 340.000 επιβατών ημερησίως, αναμένεται να μειώσει την κυκλοφοριακή πίεση, να περιορίσει τη χρήση Ι.Χ. κατά περίπου 60.000 μετακινήσεις ημερησίως και να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Παράλληλα, έχει ανοίξει και μέτωπο μεταξύ αναδόχου και Ελληνικό Μετρό για την επιστροφή πριμ ύψους 57 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 41,6 εκατ. αφορούν την ΑΒΑΞ. Η εταιρεία έχει προσφύγει νομικά, υποστηρίζοντας ότι οι καθυστερήσεις οφείλονται σε παράγοντες εκτός ελέγχου της και συνεπώς δεν θεμελιώνεται υποχρέωση επιστροφής.
Σε διαφορετικό αλλά εξίσου προβληματικό πεδίο κινείται η επέκταση της Λεωφόρου Κύμης προς την Αττική Οδό, ένα έργο στρατηγικής σημασίας για την αποσυμφόρηση του κυκλοφοριακού δικτύου στο βόρειο τμήμα της Αθήνας.
Παρά το γεγονός ότι ο διαγωνισμός προχώρησε έως την ανάδειξη προσωρινού αναδόχου, η συνέχεια «πάγωσε», καθώς προέκυψαν δύο βασικά ζητήματα: η προσφυγή του Δήμου Ηρακλείου στο Συμβούλιο της Επικρατείας για αλλαγές στο τεχνικό αντικείμενο και η αδυναμία εξασφάλισης χρηματοδότησης μέσω ευρωπαϊκών πόρων.
Το έργο, με κόστος που προσεγγίζει τα 350 εκατ. ευρώ, δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί σε χρηματοδοτικά εργαλεία όπως το ΕΣΠΑ, ενώ η εναλλακτική της ένταξής του στη νέα παραχώρηση της Αττικής Οδού βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και συνοδεύεται από θεσμικές δυσκολίες και χρονοβόρες διαδικασίες εγκρίσεων.
Έτσι, παρά τη σημασία του για την αποσυμφόρηση του κόμβου Μεταμόρφωσης και τη βελτίωση της σύνδεσης με την Εθνική Οδό, η επέκταση της Λεωφόρου Κύμης παραμένει ένα έργο που, επί του παρόντος, παραπέμπει στις καλένδες, χωρίς σαφή ορίζοντα υλοποίησης.
Το έργο προβλέπει την κατασκευή οδικού άξονα μήκους περίπου 3,8 έως 4,2 χλμ., με σήραγγες, γέφυρες και σύνθετες τεχνικές παρεμβάσεις, που θα δημιουργήσουν μια εναλλακτική διαδρομή και θα αποσυμφορήσουν ένα από τα πιο επιβαρυμένα σημεία της Αττικής Οδού.
Αδιέξοδο κατέγραψε και η προσπάθεια δημιουργίας επιχειρηματικού πάρκου logistics στη Φυλή, καθώς ο διαγωνισμός του Υπερταμείου ολοκληρώθηκε χωρίς την υποβολή ούτε μίας δεσμευτικής προσφοράς.
Το έργο, που αφορούσε την ανάπτυξη κέντρου logistics σε έκταση άνω των 400 στρεμμάτων, είχε στόχο τη μετεγκατάσταση μεταφορικών δραστηριοτήτων από τον Ελαιώνα και τον Βοτανικό, με σκοπό την αποσυμφόρηση του Κηφισού και τη βελτίωση της λειτουργίας της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της παραχώρησης αποτέλεσαν βασικό ανασταλτικό παράγοντα. Υψηλό εφάπαξ τίμημα, σημαντικό ετήσιο μίσθωμα και ποσοστό επί των εσόδων κρίθηκαν μη βιώσιμα από τους επενδυτές, οι οποίοι εκτίμησαν ότι το project δεν εξασφάλιζε θετική απόδοση.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών της αγοράς, ακόμη και σε αισιόδοξα σενάρια, η επένδυση θα οδηγούσε σε ζημιογόνα αποτελέσματα, απαιτώντας ουσιαστικά συνεχή χρηματοδότηση αντί για απόδοση κεφαλαίων.
Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης αποχή των υποψηφίων σχημάτων από τη διαδικασία, οδηγώντας το έργο σε προσωρινό «πάγωμα». Η εξέλιξη αυτή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανασχεδιασμού του project, είτε με αλλαγή όρων είτε με διαφορετικό μοντέλο αξιοποίησης.
Παράλληλα, διατηρείται το πρόβλημα της συγκέντρωσης μεταφορικών δραστηριοτήτων στον Ελαιώνα, καθώς και η πίεση στο κυκλοφοριακό δίκτυο της Αττικής, αφού χιλιάδες βαρέα οχήματα συνεχίζουν να κινούνται καθημερινά στους βασικούς άξονες της πόλης.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από την πορεία αυτών των έργων αποτυπώνει μια ευρύτερη πραγματικότητα για τις υποδομές στην Αττική.
Μεγάλα έργα υψηλής σημασίας αντιμετωπίζουν διαρκείς προκλήσεις σε επίπεδο σχεδιασμού, χρηματοδότησης και υλοποίησης, μεταθέτοντας διαρκώς τον χρονικό ορίζοντα ολοκλήρωσής τους.
Παρά τις δυσκολίες, η ανάγκη για αναβάθμιση των υποδομών παραμένει επιτακτική, καθώς η κυκλοφοριακή πίεση, η περιβαλλοντική επιβάρυνση και οι ανάγκες της οικονομίας απαιτούν λύσεις που δεν μπορούν να καθυστερούν επ’ αόριστον.
The post Πώς εξελίσσονται τα μεγάλα έργα υποδομών στην Αττική έως το 2032 appeared first on Tourism Today.