Μία σπάνια τηλεοπτική συνέντευξη έδωσε η Βικτώρια Φασιανού και αναφέρθηκε στη ζωή της με σπουδαίο ζωγράφο πατέρα της, Αλέκο Φασιανό.
Η κόρη του αξέχαστου Έλληνα ζωγράφου μίλησε την Τρίτη (10.03.2026) στην εκπομπή «Στούντιο 4» και αναφέρθηκε στον Αλέκο Φασιανό, αποκαλύπτοντας ότι δε μεγάλωσε με τη νοοτροπία ότι ο διάσημος πατέρας της ήταν αναγνωρισίμος, ενώ η Βικτώρια Φασιανού σχολίασε και τον τρόπο με τον οποίον εκείνος ντυνόταν.
«Διάβαζε όλα τα gossip περιοδικά για να έρχεται σε επαφή με την καθημερινότητα νομίζω. Ήταν τρομερά μορφωμένος», αποκάλυψε μεταξύ άλλων η κόρη του Αλέκου Φασιανού.
«Νομίζω αδυναμίες σε καθημερινό επίπεδο δεν είχε ο πατέρας μου. Δεν έχει κακές συνήθειες καθόλου. Ήταν τρομερά υγιεινιστής, ψάρευε, ήταν αθλητικός. Δεν είχε αδυναμίας, πέρα από ίσως τα παιδιά του. Που μας το λέγανε δηλαδή. Δεν ήταν ότι μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά ότι ήμουν η αδυναμία του ή ο αδελφός μου ήταν η αδυναμία του, αλλά μας λέγανε όλοι γύρω γύρω ότι “είσαστε η αδυναμία του”», είπε ακόμα.
«Τώρα τρέχω το μουσείο, το οποίο και αυτό είναι ένας Γολγοθάς καθημερινός… Υπάρχουν και καλές και κακές μέρες. Ο Αλέκος ήταν πάντα επίμονος. Δηλαδή έλεγε πάντα πρέπει να προσπαθήσεις μέχρι το τέλος. Οπότε σίγουρα στα αυτιά μου και στο μυαλό μου πάντα υπάρχει αυτή η έκφραση ότι θα το προσπαθήσεις μέχρι το τέλος, ας πούμε, και είναι είναι περγαμηνή του Αλέκου. Και ότι γενικώς ο κάθε άνθρωπος πρέπει να να πηγαίνει παντού, να ταξιδεύει, να παίρνει παντού γνώση και εμπειρία και να φτιάχνει τη δική του προσωπικότητα. Και αυτό μου πήρε καιρό να το καταλάβω. Δηλαδή ακόμα και σήμερα προσπαθώ…», εξομολογήθηκε ακόμα.
«Το σεβόταν αυτό που έλεγε. Μιλάμε για έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν πίστευε τρομερά στα πόδια του, πίστευε πολύ στον εαυτό του και δεν τον λύγιζε κάτι. Ειδικά προς το τέλος της ζωής του κιόλας ήταν τρομερά δυνατός», πρόσθεσε η Βικτώρια Φασιανού.
«Ποτέ δεν τον είπα μπαμπά. Πάντα τον έλεγα Αλέκο, από την πρώτη μέρα. Μου ήτανε πάντα πιο οικείο, πιο εύκολο. Η καθημερινότητα ήταν πιο απλή με το να τον αποκαλώ Αλέκο. Το ένιωθα πιο καλύτερα», παραδέχτηκε στη συνέχεια, τονίζοντας: «Δεν θύμωνε καθόλου, του άρεσε. Είχαν υπάρξει δυο-τρεις συγκυρίες που τον είχα πει “μπαμπά” και με είχε κοιτάξει έτσι λίγο “ωχ τι έγινε;”»
«Το πόσο μπαμπάς μπορεί να είναι ένας άνθρωπος σαν τον Αλέκο Φασιανό είναι η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου. Κοιτάξτε, σίγουρα είχε τρομερό πνεύμα, ωραία; Προσπαθούσα να κερδίσω χρόνο μαζί του, γιατί η καθημερινότητά του ήταν στο εργαστήρι και ήταν όλη τη ζωή, δηλαδή ξύπναγε από το πρωί… σφυρηλατούσε, έφτιαχνε εκεί τα έπιπλα, έκανε τα πάντα, ξύπναγε τη μαμά μου, γκρίνιαζε η μαμά μου και μετά πέρναγε στις ελαιογραφίες, ζωγράφιζε, μία η ώρα κατέβαινε κάτω, μαγείρευε, πάντα ο ίδιος. Φαγητά τα οποία έλεγε ότι η μαγειρική είναι τέχνη, αν ξέρεις να συνδυάζεις τα χρώματα. Εντάξει, τα φαγητά δεν ήτανε πάντα πετυχημένα αλλά εικαστικά ήταν υπέροχα. Ήτανε κάτι πίτες πολύ λεπτές που δεν…
Αχ, τέλος πάντων, μετά συνέχιζε τη ζωγραφική και το βράδυ πάντα βγαίναμε έξω για φαγητό. Σε ταβέρνα, σε κάποιο εστιατόριο οικογενειακά. Κάθε βράδυ. Εντάξει, κάποια στιγμή εγώ συνέχισα τη ζωή μου, έφυγα στο εξωτερικό σπουδές, αλλά και αφού γύρισα και μετά ειδικά προς το τέλος της ζωής του ήταν καθημερινή ρουτίνα το φαγητό έξω. Τον γέμιζε και του έδινε και ζωή», δήλωσε ακόμα η κόρη του Αλέκου Φασιανού.
«Έχω ένα επίθετο, το οποίο είναι πολύ χαρακτηριστικό. Δεν το μπερδεύει κανείς, δεν είναι Παπαδόπουλος. Δε μεγάλωσα ποτέ με αυτή τη σκέψη και την νοοτροπία ότι για κάποιον λόγο το επίθετό μας μπορεί να είναι στον χώρο της τέχνης, αναγνωρίσιμο. Δηλαδή στο σχολείο δεν υπήρχε ποτέ η σκέψη “ο μπαμπάς μου ίσως είναι αναγνωρίσιμος στον χώρο της τέχνης”…
Έχανα πολλά μαθήματα και απουσίες κάναμε. Γιατί πηγαίναμε ας πούμε στο Παρίσι και έλεγε στη μαμά μου “γιατί να έρθει στο Παρίσι; Υπάρχει κάποιος λόγος; Θα έρθει, γιατί έτσι θα μάθει τη ζωή. Θα έρθει μαζί μας, θα ακολουθήσει μία έκθεση, θα γνωρίσει πέντε ανθρώπους, θα καταλάβει, θα γίνει πολίτης του κόσμου”. Από πολύ μικρή με πηγαίνανε παντού», δήλωσε σε άλλο σημείο της συνέντευξής της η Βικτώρια Φασιανού.
«Η ζωή μου ήταν πάρα πολύ απλή, πολύ καθημερινή. Αλήθεια ακόμα και τώρα που είμαι εδώ αυτή τη στιγμή και λέω καμιά φορά λέω, γιατί με έχουν εδώ; Τι; Δεν νιώθω… Δεν καταλαβαίνω. Δεν έχω ποτέ δεν μεγάλωσα με αυτή την νοοτροπία. Ήταν σα να ήταν απλά όλα καθημερινά», τόνισε ακόμα.
«Ο τρόπος ενδυμασίας του πατέρα μου δεν ήταν συνηθισμένος. Ντυνόταν πάντα σαν ρακοσυλλέκτης και του άρεσε πολύ να ντύνεται σαν τον Βεδουίνο. Γιατί έλεγε ότι έτσι προστατεύουμε την καλή θερμοκρασία στο σώμα. Είτε χειμώνα είτε καλοκαίρι. Πολύ φαρδιά ρούχα, πιο πολύ σαν φόρεμα ας πούμε. Φαινόταν πολύ απλά. Αλλά με έναν τρόπο που πάντα τράβαγε την προσοχή. Έλεγες “μα καλά, τι φοράει;”. Δηλαδή καμιά φορά, όχι ντρεπόμουνα, αλλά έλεγα “δεν μου έβγαζε νόημα”», εξομολογήθηκε στο τέλος η Βικτώρια Φασιανού.
To άρθρο Βικτώρια Φασιανού: Ο Αλέκος Φασιανός ντυνόταν πάντα σαν ρακοσυλλέκτης και σαν Βεδουίνος δημοσιεύτηκε στο NewsIT .