Σε λιγότερο από 25 χρόνια, οι λοιμώξεις από πολυανθεκτικά μικρόβια εκτιμάται ότι θα αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου παγκοσμίως. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, επιβεβαιώνει ήδη αυτές τις δυσοίωνες προβλέψεις, καθώς βρίσκεται στην κορυφή της Ευρώπης τόσο στη συχνότητα όσο και στη θνητότητα από μικροβιακή αντοχή.
Στα νοσοκομεία, γιατροί και ασθενείς καλούνται ολοένα και συχνότερα να δώσουν μια άνιση μάχη, καθώς οι θεραπευτικές επιλογές περιορίζονται. Οπως ανέφεραν επιστήμονες της Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων (ΕΕΛ) με αφορμή το 25ο Πανελλήνιο Συνέδριο Λοιμώξεων, η χώρα μας καταγράφει περίπου 2.100 θανάτους ετησίως που σχετίζονται με λοιμώξεις, ενώ οι θάνατοι φτάνουν τους 20 ανά 100.000 κατοίκους – υπερτριπλάσιοι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Την ίδια ώρα, η πρόσβαση σε νέα αντιβιοτικά παραμένει προβληματική. Πέντε καινοτόμα φάρμακα έχουν εγκριθεί στην Ευρώπη, ωστόσο στην Ελλάδα μόνο τρία είναι διαθέσιμα, και αυτά με περιορισμούς, ενώ δύο δεν έχουν ακόμη εγκριθεί λόγω γραφειοκρατικών καθυστερήσεων. «Η διαδικασία προμήθειας μέσω ΙΦΕΤ είναι εξαιρετικά χρονοβόρα και συχνά υπερβαίνει τις επτά ημέρες, ακυρώνοντας στην πράξη το όφελος των φαρμάκων», σημειώνει ο Βασίλης Παπασταμόπουλος, παθολόγος – λοιμωξιολόγος, διοικητικά και επιστημονικά υπεύθυνος Ε’ Παθολογικού Τμήματος και Μονάδας Λοιμώξεων στον Ευαγγελισμό.
Ελλείψεις. Παράλληλα, ελλείψεις καταγράφονται ακόμη και σε παλαιότερα, φθηνά αλλά αποτελεσματικά αντιβιοτικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πενικιλίνη, η οποία, παρά τη διαχρονική της αξία, καθίσταται ολοένα και λιγότερο διαθέσιμη λόγω χαμηλού εμπορικού ενδιαφέροντος. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ειδικοί ζητούν άμεσες παρεμβάσεις, θέτοντας ως βασική προτεραιότητα την καθιέρωση ταχείας διαδικασίας έγκρισης νέων αντιβιοτικών που κρίνονται απαραίτητα. Εως ότου, όμως, επιτευχθεί αυτό νομοθετικά «είναι κρίσιμη η δημιουργία αποθέματος αντιβιοτικών στα μεγάλα νοσοκομεία, ώστε να είναι άμεσα διαθέσιμα, με έγκριση από λοιμωξιολόγο», υπογραμμίζει ο καθηγητής Παθολογικής Φυσιολογίας – Λοιμωξιολογίας και πρόεδρος της ΕΕΛ Νίκος Σύψας. Και προσθέτει ότι αντίστοιχα διαθέσιμα θα πρέπει να είναι και παλαιότερα φάρμακα κατά των λοιμώξεων, που είτε κατά καιρούς παρουσιάζουν ελλείψεις (π.χ. Bactrimel) είτε αφορούν παρασιτικές λοιμώξεις, που στη χώρα μας απαντούν ως εισαγόμενες από ενδημικές περιοχές.
Οπως άλλωστε ο ίδιος προειδοποίησε, η χώρα μας κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ενωση σε θανάτους που σχετίζονται με μικροβιακή αντοχή – 20 θάνατοι ανά 100.000 κατοίκους, υπερτριπλάσιοι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μοιραία, καταγράφονται περίπου 2.100 θάνατοι ετησίως εντός των συνόρων λόγω λοιμώξεων, την ώρα που η κατανάλωση αντιβιοτικών στην κοινότητα παραμένει υψηλή.
Η επιβάρυνση αποτυπώνεται και στα μικροβιολογικά δεδομένα. Η Ελλάδα καταγράφει υψηλή συχνότητα παθογόνων που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κατατάσσει στα «παθογόνα προτεραιότητας», όπως η Klebsiella pneumoniae, το Acinetobacter baumannii και η Pseudomonas aeruginosa – μικρόβια που συχνά δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά με τα διαθέσιμα φάρμακα.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για το Acinetobacter. Οπως ανέφερε ο λοιμωξιολόγος Αγγελος Πεφάνης, η αντοχή στο βασικό αντιβιοτικό μεροπενέμη αγγίζει το 90% σε παθολογικά και χειρουργικά τμήματα, αλλά και στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Ακόμη όμως πιο ανησυχητική είναι η καταγραφή πανανθεκτικών στελεχών, δηλαδή μικροβίων που δεν ανταποκρίνονται σε καμία διαθέσιμη θεραπεία.
Αλόγιστη χρήση. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα νοσοκομεία. Στην κοινότητα η αυξημένη κατανάλωση αντιβιοτικών τροφοδοτεί τη μικροβιακή αντοχή. «Η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών παραμένει βασικός παράγοντας κινδύνου», επισημαίνει η λοιμωξιολόγος Μαρία Χίνη. Οπως εξηγεί, παράγοντες όπως η πρόσφατη νοσηλεία, η διαμονή σε δομές φροντίδας, η χρήση καθετήρων και η προηγούμενη λήψη αντιβιοτικών αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης ανθεκτικών λοιμώξεων. Ενδεικτικά, το 43% των στελεχών Escherichia coli – του συχνότερου αιτίου ουρολοιμώξεων – παράγει ένζυμα που καθιστούν πολλά αντιβιοτικά αναποτελεσματικά, ενώ η αντοχή σε ευρέως χρησιμοποιούμενα φάρμακα παραμένει υψηλή.
Ταυτόχρονα, τα στοιχεία για την κατανάλωση αντιβιοτικών είναι αποκαλυπτικά: το 75% των Ελλήνων έλαβε τουλάχιστον μία δόση το 2025, έναντι 48% το 2015. Επιπλέον, το 22% δηλώνει ότι διατηρεί αντιβιοτικά στο σπίτι «για ώρα ανάγκης», ενώ ένας στους δέκα τα λαμβάνει χωρίς ιατρική συμβουλή. «Η συστηματική επιτήρηση και ο περιορισμός της αλόγιστης χρήσης αντιβιοτικών είναι απαραίτητα για να αποτραπεί η περαιτέρω εξάπλωση ανθεκτικών μικροβίων», καταλήγει η Μ. Χίνη. Αντιστοίχως, στα ελληνικά νοσοκομεία η κατανάλωση αντιβιοτικών είναι κατά 40%-70% υψηλότερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ανάλογα με την κατηγορία.
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι χωρίς άμεσες παρεμβάσεις – από την επιτάχυνση της πρόσβασης σε νέα φάρμακα έως τον έλεγχο της κατανάλωσης στην κοινότητα – η μικροβιακή αντοχή κινδυνεύει να μας οδηγήσει σε μια εποχή όπου ακόμη και απλές λοιμώξεις θα είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν.