Η παχυσαρκία, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και οι εισοδηματικές ανισότητες (σ.σ φτώχεια) βρίσκονται στο επίκεντρο νέας ανάλυσης που αξιολογεί τις απειλές που ενδέχεται να στερήσουν δισεκατομμύρια χρόνια υγιούς ζωής από την ανθρωπότητα μέχρι και το 2100. Αυτές οι τρεις απειλές είναι στην κορυφή της λίστας με τις 17 απειλές που η επιτροπή του lancet θεωρεί ως πιο σοβαρές. Όλες τους σχεδόν θεωρούνται αλληλένδετες.
Το θετικό ωστόσο είναι το γεγονός ότι και τα τρία θεωρείται ότι μπορούν να περιοριστούν, ενώ οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα επηρεάσουν το μέγεθός της για πολλές δεκαετίες.
Σύμφωνα με την Επιτροπή του Lancet για τις παγκόσμιες απειλές κατά της υγείας στον 21ο αιώνα, εξετάζονται 17 αλληλένδετοι κίνδυνοι: από το κάπνισμα και την υπέρταση έως τις πανδημίες, τις ένοπλες συγκρούσεις και την κακόβουλη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η ανάλυση αξιοποιεί ιστορικά στοιχεία και δεδομένα του Ινστιτούτου Μετρήσεων και Αξιολόγησης της Υγείας (IHME) για 204 χώρες και εδάφη, διερευνώντας τι θα μπορούσε να αλλάξει την περίοδο 2025-2100 μέσω πολιτικών, πρόληψης, θεραπείας και καινοτομίας.
«Το εντυπωσιακό εύρημα δεν είναι μόνο το μέγεθος αυτών των απειλών, αλλά ότι η ανθρωπότητα εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να δράσει», επισημαίνει ο συμπρόεδρος της Επιτροπής, Δρ. Christopher J. L. Murray, διευθυντής του IHME στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον. Όπως εξηγεί, η αναβολή των παρεμβάσεων μεταφέρει το κόστος στο μέλλον και το αυξάνει.
Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στην Παγκόσμια Σύνοδο Κορυφής για την Υγεία (World Health Summit 2026), στο Βερολίνο, τον Οκτώβριο του 2026.
Για να συγκριθούν τόσο διαφορετικές απειλές, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τα DALYs (Disability-Adjusted Life Years, «έτη ζωής προσαρμοσμένα στην αναπηρία»): έναν δείκτη που συνυπολογίζει τα χρόνια ζωής που χάνονται λόγω πρόωρου θανάτου και τα χρόνια που βιώνονται με επιβαρυμένη υγεία λόγω ασθένειας ή αναπηρίας. Ένα DALY αντιστοιχεί σε ένα χαμένο έτος πλήρους υγείας.
Για κάθε απειλή εξετάστηκαν ευνοϊκότερα και δυσμενέστερα σενάρια, με την απόκλιση να εκφράζει το «βάρος» που μπορεί να περιοριστεί με στοχευμένη δράση.
Οι αριθμοί αφορούν σωρευτικές εκτιμήσεις για την περίοδο 2025-2100, όχι ετήσιο αριθμό θανάτων. Ούτε αποτελούν κατ’ ανάγκην το «πεπρωμένο». Σε κινδύνους με περιορισμένα ιστορικά δεδομένα, όπως η κακόβουλη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης και οι πυρηνικές συγκρούσεις, αξιοποιήθηκαν και εκτιμήσεις ειδικών, με μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Για τη διαμόρφωση της λίστας, η Επιτροπή εξέτασε εάν κάθε απειλή θα μπορούσε να προκαλέσει τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο DALYs έως το 2100, εάν υπήρχαν επαρκή δεδομένα για την αξιολόγησή της και εάν υφίστατο ουσιαστικό περιθώριο πολιτικής δράσης. Οι απειλές μαζί με τις αντίστοιχες εκτιμήσεις για την απώλεια υγιούς ζωής που θα μπορούσε να περιοριστεί, σε δισεκατομμύρια έτη παγκοσμίως, είναι οι εξής:
Η υψηλή θέση της εκπαίδευσης και των εισοδηματικών ανισοτήτων διευρύνει τη συζήτηση πέρα από την περίθαλψη. Η πρόσβαση σε γιατρούς και φάρμακα παραμένει κρίσιμη, αλλά οι συνθήκες στις οποίες οι άνθρωποι μεγαλώνουν, μαθαίνουν και ζουν επηρεάζουν επίσης καθοριστικά την υγεία τους.
Όπως τονίζει ο Δρ. Murray, ορισμένες απειλές προκαλούν ήδη σημαντική επιβάρυνση, ενώ άλλες θα μπορούσαν να έχουν σοβαρές συνέπειες εάν εκδηλωθούν. Η αντιμετώπισή τους απαιτεί συνεργασία μεταξύ υγείας, οικονομίας, εκπαίδευσης, περιβαλλοντικής πολιτικής και ασφάλειας.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν οι πυρηνικές συγκρούσεις και η κακόβουλη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, για τις οποίες εξετάζονται ακόμη και ενδεχόμενα απειλής της ανθρώπινης επιβίωσης.
Σε ό,τι αφορά την κλιματική αλλαγή, η ανάλυση εκτιμά ότι ο περιορισμός της υπερθέρμανσης περίπου στους 1,8°C, αντί για άνοδο στους 4,4°C, θα μπορούσε να αποτρέψει την απώλεια 1,89 δισεκατομμυρίων ετών υγιούς ζωής.
Ωστόσο, αυτή η εκτίμηση καλύπτει μόνο μέρος των συνεπειών που μπορούν να ποσοτικοποιηθούν. Επιπτώσεις όπως ο εκτοπισμός πληθυσμών, οι ξηρασίες και η επιβάρυνση της ψυχικής υγείας δεν αποτυπώνονται πλήρως, ενώ τα επακόλουθα της υπερθέρμανσης συνεχίζονται και μετά το 2100. Ένας χαμηλότερος αριθμός, επομένως, δεν σημαίνει ότι η απειλή είναι λιγότερο επείγουσα.
Στην Ελλάδα, αρκετοί από τους κινδύνους έχουν ήδη μετρήσιμο αποτύπωμα. Όσον αφορά την υπέρταση, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εκτιμά ότι περίπου 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι ηλικίας 30-79 ετών είχαν υψηλή αρτηριακή πίεση το 2024. Από αυτούς, περίπου 1,6 εκατομμύρια δεν την είχαν ρυθμισμένη.
Στο πεδίο του υπερβάλλοντος βάρους, σύμφωνα με τη Eurostat, το 12,8% των ενηλίκων ηλικίας 18 ετών και άνω στην Ελλάδα ζούσε με παχυσαρκία το 2025, έναντι 16,3% στην ΕΕ – το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών. Στους εφήβους, όμως, τα στοιχεία είναι λιγότερο ευνοϊκά: ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD) καταγράφει ότι το 28% των 15χρονων ήταν υπέρβαρο ή παχύσαρκο το 2022, έναντι 21% στην ΕΕ.
Η ψυχική υγεία αποτελεί επίσης σημαντικό πεδίο επιβάρυνσης. Η Ευρωπαϊκή Έκθεση Υγείας του ΠΟΥ εκτιμά τη συχνότητα των καταθλιπτικών διαταραχών στην Ελλάδα σε 7,6% το 2021.
Στο κοινωνικό πεδίο, η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) καταγράφει ότι το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 5,18 φορές το εισόδημα του φτωχότερου 20%. Παράλληλα, στην εκπαίδευση, στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης στις ηλικίες 18-24 ετών ήταν 3% στην Ελλάδα το 2025, έναντι 9,1% στην ΕΕ.
«Τα πρόσφατα παγκόσμια γεγονότα δείχνουν πόσο γρήγορα η σταθερότητα μπορεί να δώσει τη θέση της στην κρίση», επισημαίνει η συμπρόεδρος της Επιτροπής, Δρ. Natalia Kanem, πρώην εκτελεστική διευθύντρια του Ταμείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Πληθυσμό. Υπογραμμίζει το κόστος της αντίδρασης μόνο αφού εκδηλωθεί μια καταστροφή και τον κίνδυνο οι συνέπειες να επιβαρύνουν περισσότερο τις ήδη ευάλωτες κοινότητες. Για την Επιτροπή, η έγκαιρη δράση είναι ο τρόπος να περιοριστούν τόσο οι απώλειες υγείας όσο και οι ανισότητες που τις συνοδεύουν.