Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αποτελεί τη συχνότερη κακοήθεια του ενδοκρινικού συστήματος και χαρακτηρίζεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, από ιδιαίτερα ευνοϊκή πρόγνωση.
Χάρη στην έγκαιρη διάγνωση και τις σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις, η πλειονότητα των ασθενών επιτυγχάνει μακροχρόνια επιβίωση, ενώ σε πολλές περιπτώσεις είναι δυνατή η πλήρης ίαση. Ωστόσο, ο καρκίνος του θυρεοειδούς δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο, καθώς περιλαμβάνει διαφορετικούς ιστολογικούς τύπους με σημαντικές διαφορές στη βιολογική συμπεριφορά, την επιθετικότητα και την ανταπόκριση στη θεραπεία.
Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Δρ. Μαρία Καπαρέλου (Παθολόγος – Ογκολόγος) και Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι ο διαφοροποιημένος καρκίνος, που περιλαμβάνει κυρίως το θηλώδες και το θυλακιώδες καρκίνωμα, αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 90% των περιπτώσεων και συνήθως έχει εξαιρετική πρόγνωση.
Η αντιμετώπισή του βασίζεται κυρίως στη χειρουργική επέμβαση και, όπου ενδείκνυται, στη χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου. Ωστόσο, περίπου το 5% των ασθενών αναπτύσσει μεταστατική νόσο, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις καθίσταται ανθεκτική στο ραδιενεργό ιώδιο. Το μυελοειδές καρκίνωμα αποτελεί σπανιότερη μορφή, που προέρχεται από τα παραθυλακιώδη κύτταρα του θυρεοειδούς και μπορεί να σχετίζεται με μεταλλάξεις του γονιδίου RET. Ακόμη πιο σπάνιο είναι το αναπλαστικό καρκίνωμα, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 1–2% των περιπτώσεων και χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα επιθετική κλινική πορεία.
Σημαντικά νέα δεδομένα για την αντιμετώπιση αυτών των δυσκολότερων μορφών παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Παθολογικής Ογκολογίας (ESMO 2026), από ερευνητές του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Vall d’Hebron της Βαρκελώνης.
Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά ήταν τα επικαιροποιημένα αποτελέσματα της διεθνούς μελέτης φάσης III LIBRETTO-531, η οποία αξιολόγησε το selpercatinib, έναν εκλεκτικό αναστολέα της πρωτεΐνης RET, ως θεραπεία πρώτης γραμμής σε ασθενείς με προχωρημένο μυελοειδές καρκίνωμα που έφερε μετάλλαξη RET. Η θεραπεία συγκρίθηκε με τις καθιερωμένες επιλογές cabozantinib ή vandetanib.
Στα τρία χρόνια, το 75% των ασθενών που έλαβαν selpercatinib παρέμενε χωρίς εξέλιξη της νόσου, έναντι 25% στην ομάδα σύγκρισης. Ακόμη σημαντικότερη ήταν η διαφορά στη συνολική επιβίωση, καθώς το 92% των ασθενών ήταν εν ζωή στα τρία χρόνια, έναντι 75% με τις θεραπείες σύγκρισης. Στα τέσσερα χρόνια, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 87,1% και 66,8%. Παράλληλα, οι διακοπές θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν λιγότερες με το selpercatinib, 8% έναντι 32%.
Το selpercatinib αποτελεί ήδη εγκεκριμένη θεραπευτική επιλογή για ασθενείς με προχωρημένο RET-μεταλλαγμένο μυελοειδές καρκίνωμα. Τα νέα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τη διάρκεια του θεραπευτικού οφέλους και ενισχύουν τη θέση της ως θεραπείας πρώτης γραμμής, αναδεικνύοντας παράλληλα την καθοριστική σημασία του μοριακού ελέγχου για μεταλλάξεις RET.
Παράλληλα, η πολυκεντρική μελέτη φάσης II SETHY διερεύνησε τη δράση του sacituzumab govitecan, ενός συζεύγματος αντισώματος-φαρμάκου (ADC) που στοχεύει την πρωτεΐνη TROP2, σε ασθενείς με προχωρημένο διαφοροποιημένο ή αναπλαστικό καρκίνωμα θυρεοειδούς. Οι ασθενείς εντάχθηκαν ανεξάρτητα από τα επίπεδα έκφρασης του TROP2.
Στην ομάδα των 24 ασθενών με διαφοροποιημένο καρκίνωμα ανθεκτικό στο ραδιενεργό ιώδιο, μετά από προηγούμενες συστηματικές θεραπείες, το ποσοστό επιβεβαιωμένης αντικειμενικής ανταπόκρισης ήταν 4,4%, ενώ η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου ήταν 5,5 μήνες. Στην ομάδα των 13 ασθενών με αναπλαστικό καρκίνωμα, το ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 16,7%, με διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη 2,9 μήνες.
Οι συχνότερες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλάμβαναν διάρροια, έντονη κόπωση και ουδετεροπενία. Παρότι η μελέτη κατέγραψε αντικαρκινική δραστικότητα, τα αποτελέσματα παραμένουν προκαταρκτικά και δεν τεκμηριώνουν ακόμη όφελος στη συνολική επιβίωση. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν την ανάγκη περαιτέρω μελετών, με επιλογή ασθενών βάσει βιοδεικτών και διερεύνηση συνδυασμών με ανοσοθεραπεία.
Οι ανακοινώσεις του ESMO 2026 αναδεικνύουν δύο διαφορετικές αλλά σημαντικές κατευθύνσεις της σύγχρονης ογκολογίας. Από τη μία πλευρά, η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα μιας ήδη εγκεκριμένης στοχευμένης θεραπείας επιβεβαιώνει την αξία της εξατομικευμένης προσέγγισης. Από την άλλη, η διερεύνηση νέων θεραπευτικών μηχανισμών δημιουργεί προοπτικές για τις σπανιότερες και πιο επιθετικές μορφές της νόσου. Το ζητούμενο παραμένει η μεταφορά της σημαντικής προόδου που έχει επιτευχθεί στον καρκίνο του θυρεοειδούς και στους ασθενείς με προχωρημένη νόσο, για τους οποίους εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές θεραπευτικές ανάγκες.