Ο ΙΣΑ εκφράζει έντονη ανησυχία για την αυξημένη κυκλοφορία του ιού του Δυτικού Νείλου στην Αττική, ζητώντας την ενίσχυση των μέτρων πρόληψης και προστασίας της δημόσιας υγείας από τους αρμόδιους φορείς με σημερινή του παρέμβαση στην οποία αφήνει αιχμές για τα μέτρα πρόληψης που έχουν ληφθεί. Τι επισημαίνει από την πλευρά του ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Απεντομώσεων Μυοκτονιών Ελλάδος (ΣΕΑΜΕ).
«Η φετινή επιδημιολογική εικόνα προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό, καθώς διαφοροποιείται σημαντικά από τα προηγούμενα χρόνια. Το 2022 και το 2023 δεν είχαν καταγραφεί εγχώρια ανθρώπινα κρούσματα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου στην Αττική, παρά την παρουσία του ιού σε άλλες περιοχές της χώρας» αναφέρει αρχικά ο ΙΣΑ.
Παράλληλα, π ΙΣΑ τονίζει ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση του ιού του Δυτικού Νείλου απαιτεί έγκαιρη έναρξη και συστηματική εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων διαχείρισης των κουνουπιών. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην προνυμφοκτονία, την εξάλειψη εστιών αναπαραγωγής, την εντομολογική επιτήρηση και τις στοχευμένες παρεμβάσεις με βάση τα ευρήματα των αρμόδιων φορέων.
Με δεδομένη τη φετινή μεγάλη διασπορά του ιού στην Αττική, προκύπτουν εύλογα ερωτήματα, αναφέρει ο ΙΣΑ.
«Ή έγκαιρη αξιοποίηση των δεδομένων επιτήρησης και η άμεση επιχειρησιακή αντίδραση αποτελούν κρίσιμη παράμετρο για την προστασία της δημόσιας υγείας», επισημαίνει ο Πρόεδρος του ΙΣΑ Γ. Πατούλης και προσθέτει: «Η πρόληψη αποτελεί το ισχυρότερο όπλο που διαθέτουμε και απαιτεί συνεχή εγρήγορση, επιστημονικό σχεδιασμό και συντονισμένη δράση».
Σύμφωνα με τα στοιχεία της εβδομαδιαίας έκθεσης επιδημιολογικής επιτήρησης του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), στα οποία παραπέμπει ο Σύνδεσμος, έως τις 19 Αυγούστου 2026 είχαν καταγραφεί 157 εγχώρια κρούσματα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου, από τα οποία τα 116 παρουσίασαν εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, ενώ είχαν καταγραφεί και 13 θάνατοι.
Μόνο μέσα στην τελευταία εβδομάδα είχαν διαγνωστεί ή δηλωθεί 47 νέα εγχώρια κρούσματα. Η διερεύνηση αφορούσε 48 Δήμους, 17 Περιφερειακές Ενότητες και πέντε Περιφέρειες, ενώ ιδιαίτερα έντονη χαρακτηρίζεται η κυκλοφορία του ιού στην Αττική.
Με δεδομένο ότι αναμένονται και νέα περιστατικά, ο ΣΕΑΜΕ τονίζει ότι η διαχείριση των κουνουπιών πρέπει να αποτελεί μια συνεχή διαδικασία πρόληψης και επιτήρησης και όχι μια αντίδραση που ενεργοποιείται μόνο μετά την εμφάνιση ανθρώπινων κρουσμάτων.
Σε πολλές περιοχές της χώρας βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη προγράμματα διαχείρισης κουνουπιών από τις Περιφέρειες, τα οποία περιλαμβάνουν εντομολογική επιτήρηση, δειγματοληψίες, προνυμφοκτονίες και, όπου κρίνεται αναγκαίο, συμπληρωματικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των ενήλικων κουνουπιών.
Παράλληλα, κρίσιμος θεωρείται και ο ρόλος των Δήμων, ιδιαίτερα στις εστίες που βρίσκονται μέσα στον αστικό ιστό: σε φρεάτια, δημοτικές εγκαταστάσεις, σημεία με στάσιμα νερά και άλλες μικρές εστίες που μπορεί να ευνοούν την αναπαραγωγή των κουνουπιών.
Ο Σύνδεσμος αναφέρει ότι έχουν καταγραφεί περιπτώσεις στις οποίες, όταν εμφανίστηκε ανθρώπινο κρούσμα του ιού του Δυτικού Νείλου, δεν βρισκόταν σε εξέλιξη αυτοτελές πρόγραμμα διαχείρισης κουνουπιών από τον οικείο Δήμο, ακόμη κι αν πραγματοποιούνταν παράλληλες δράσεις από την Περιφέρεια.
Διευκρινίζει, πάντως, ότι η επισήμανση αυτή δεν έχει στόχο να αποδώσει ευθύνες σε συγκεκριμένους Δήμους, αλλά να αναδείξει την ανάγκη καλύτερου συντονισμού και σαφέστερης κατανομής αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα δύο επίπεδα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ένα από τα βασικά αιτήματα του ΣΕΑΜΕ είναι να προβλεφθούν ειδικοί και επαρκείς πόροι αποκλειστικά για την αντιμετώπιση των κουνουπιών σε επίπεδο Δήμων.
Όπως επισημαίνει, τα προγράμματα δεν αρκεί να ξεκινούν όταν αυξάνεται ο αριθμός των κρουσμάτων. Χρειάζονται έγκαιρο σχεδιασμό, επιστημονική παρακολούθηση και αδιάλειπτη εφαρμογή, καθώς και δυνατότητα άμεσης εντατικοποίησης των παρεμβάσεων όταν τα επιδημιολογικά ή εντομολογικά δεδομένα δείχνουν αύξηση του κινδύνου.
Ο Σύνδεσμος προτείνει να εξεταστεί η δημιουργία ειδικού χρηματοδοτικού πλαισίου για τα νοσήματα που μεταδίδονται με κουνούπια, παραπέμποντας στο παράδειγμα των έκτακτων χρηματοδοτικών μηχανισμών που είχαν ενεργοποιηθεί κατά την πανδημία COVID-19.
Ιδιαίτερη πρόκληση αποτελούν οι εστίες αναπαραγωγής μέσα σε ιδιωτικές ιδιοκτησίες, όπου οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν έχουν πάντοτε εύκολη δυνατότητα πρόσβασης.
Πηγάδια, εγκαταλελειμμένες ή μη λειτουργικές πισίνες, δεξαμενές, φρεάτια, βόθροι, εγκαταλελειμμένα ακίνητα αλλά και άλλες συλλογές στάσιμου νερού μπορούν, υπό κατάλληλες συνθήκες, να εξελιχθούν σε σημαντικές εστίες κουνουπιών.
Για τον λόγο αυτό, ο ΣΕΑΜΕ ζητεί να εξεταστεί ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέπει τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση σοβαρών εστιών σε ιδιωτικούς χώρους, καθορίζοντας παράλληλα τις αρμοδιότητες, τις διαδικασίες και τις απαραίτητες εγγυήσεις.
«Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των κρουσμάτων κορυφώνεται συνήθως από τα μέσα Αυγούστου έως τις αρχές Σεπτεμβρίου κάθε έτος, αναμένεται τις ερχόμενες εβδομάδες ακόμη μεγαλύτερη αύξηση κρουσμάτων», αναφέρει χαρακτηριστικά ο ΕΟΔΥ στη νεότερη σχετική έκθεση για τον ιό του Δυτικού Νείλου.
Συγκεκριμένα, με βάση την τελευταία έκθεση του ΕΟΔΥ, έως τις 19 Αυγούστου είχαν καταγραφεί 157 κρούσματα και 13 θάνατοι, οι οποίοι αφορούσαν απολειστικά άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. Η φετινή εικόνα είναι επιβαρυμένη σε σχέση με το 2025, όταν μέχρι το ίδιο χρονικό διάστημα είχαν καταγραφεί 96 κρούσματα και 9 θάνατοι.
Κρούσματα της λοίμωξης έχουν καταγραφεί, μέχρι στιγμής, στις Περιφέρειες Αττικής, Θεσσαλίας, Κεντρικής Μακεδονίας, Πελοποννήσου και Στερεάς Ελλάδας.
Ιδίως στην Περιφέρεια Αττικής, ο αριθμός των κρουσμάτων που καταγράφεται, κατά την τρέχουσα περίοδο μετάδοσης, είναι πολύ αυξημένος, σε σύγκριση με προηγούμενα έτη.
Μέχρι τώρα τα περισσότερα κρούσματα έχουν καταγραφεί στον Δήμο Σπάτων-Αρτέμιδος (Λούτσα) με 14 περιστατικά, στον Δήμο Μαρκοπούλου Μεσογαίας με 11, στον Δήμο Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης με 9, ενώ ακολουθούν οι Δήμοι Αγίας Παρασκευής με 6 κρούσματα, Παλλήνης και Χαλανδρίου με 5 κρούσματα ο καθένας και η Γλυφάδα με 4.
Οι αρχές βρίσκονται σε επιφυλακή και για την αντιμετώπιση του προβλήματος πραγματοποιούνται καθημερινά ψεκασμοί στους δήμους της περιοχής, όπου καταγράφεται ο μεγαλύτερος αριθμός σοβαρών περιστατικών με εκδηλώσεις από το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, περίπου το 80% των ανθρώπων που μολύνονται από τον ιό δεν παρουσιάζουν συμπτώματα. Περίπου το 20% εμφανίζει ήπια συμπτωματολογία, όπως πυρετό, πονοκέφαλο και μυϊκούς πόνους. Από το σύνολο των μολυσμένων, περίπου το 1% μπορεί να εμφανίσει σοβαρές νευρολογικές επιπλοκές, μεταξύ των οποίων εγκεφαλίτιδα και μηνιγγίτιδα.
Συμπτώματα όπως σύγχυση, λιποθυμικά επεισόδια, σπασμοί και παράλυση απαιτούν άμεση ιατρική αξιολόγηση. Σε περίπτωση εμφάνισής τους, είναι απαραίτητη η άμεση μεταφορά του ασθενούς σε νοσοκομείο.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι ο ιός του Δυτικού Νείλου δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά αποκλειστικά μέσω του τσιμπήματος μολυσμένου κουνουπιού. Παράλληλα, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ειδική αντιική θεραπεία ούτε εμβόλιο για τον άνθρωπο. Η αντιμετώπιση των σοβαρών περιστατικών είναι κατά κύριο λόγο υποστηρικτική και συμπτωματική.