Επιδημίες όπως ο Έμπολα, ο χανταϊός και η διφθερίτιδα σημάδεψαν το πρώτο εξάμηνο του 2026, γεγονός το οποίο μαρτυρεί κενά στην παγκόσμια ικανότητα εντοπισμού και διαχείρισης λοιμωδών νοσημάτων. Για ποιο λόγο υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν δείχνουν εμπιστοσύνη στα συστήματα υγείας και τι μπορεί να γίνει από εδώ και στο εξής.
Κοινός παρονομαστής σε όλες τις περιπτώσεις υπήρξε η έλλειψη εμπιστοσύνης στις υγειονομικές αρχές αλλά και η εξάπλωση της παραπληροφόρησης, όπως αναφέρει το theconversation.com.
Τα φαινόμενα αυτά εκδηλώθηκαν με διαφορετικούς τρόπους ανά τον κόσμο, με οδυνηρές συνέπειες. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι πώς μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη ώστε να υπάρξει αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων δημόσιας υγείας.
Η δυσπιστία, οι φήμες και η παραπληροφόρηση επανεμφανίζονται σταθερά ως βασικά εμπόδια στην καταπολέμηση του ιού Έμπολα, όπως συμβαίνει και στην τρέχουσα επιδημία στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (DRC).
Έρευνες σε τοπικές κοινότητες έχουν δείξει παρερμηνείες σχετικά με την ασθένεια – ακόμη και αμφισβήτηση της ύπαρξής της – αλλά και χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης προς το σύστημα υγείας. Οι παρανοήσεις αυτές δυσχεραίνουν τον εντοπισμό κρουσμάτων αλλά και αποτρέπουν τους πολίτες από το να αναζητήσουν έγκαιρη ιατρική φροντίδα.
‘No Ebola here’
Misinformation is hampering efforts to contain a deadly Ebola outbreak in the Democratic Republic of Congo, as distrust spreads alongside the virus
u.afp.com/Sz4h
— AFP News Agency (@en.afp.com) June 11, 2026 at 10:41 AM
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε το περιστατικό στα τέλη Μαΐου, όταν κάτοικοι στο Κονγκό έβαλαν φωτιά σε σκηνή της ανθρωπιστικής οργάνωσης Γιατρών Χωρίς Σύνορα, όπου νοσηλεύονταν ύποπτα και επιβεβαιωμένα κρούσματα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αποχωρήσουν 18 ασθενείς από τη δομή.
Η ένταση προκλήθηκε από την απαγόρευση μαζικών τελετών και την απόφαση οι αρχές να αναλαμβάνουν τις ταφές θυμάτων, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος μόλυνσης από σώματα ή αντικείμενα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει από το 2014 θεσπίσει πρωτόκολλο ασφαλούς και αξιοπρεπούς ταφής, το οποίο προβλέπει τη συναίνεση των οικογενειών. Ωστόσο, η εφαρμογή του προϋποθέτει εμπιστοσύνη μεταξύ κοινοτήτων και υγειονομικών αρχών – κάτι που δεν συνέβη.
REUTERS/Gradel Muyisa Mumbere/File Photo
Η καθυστέρηση της δημόσιας ενημέρωσης ευνοεί τη διάδοση φημών. Αυτό φάνηκε στην πρόσφατη επιδημίατου χανταϊού στο κρουαζιερόπλοιο, όπου η έλλειψη έγκαιρης και διαφανούς επικοινωνίας από τα Κένρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) των ΗΠΑ προκάλεσε ανησυχία και παραπληροφόρηση.
Ειδικοί υποστηρίζουν ότι το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων εμφανίστηκε λιγότερο δραστήριο σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις, αφήνοντας χώρο σε «ανεπίσημες» πηγές, όπως influencers, να διαδώσουν ψευδείς ισχυρισμούς για τον ιό, τις θεραπείες και τα εμβόλια.
Αντίστοιχα, η πρόσφατη επιδημία διφθερίτιδας στην Αυστραλία ανέδειξε τη σημασία της στοχευμένης ενημέρωσης. Κάτοικοι απομακρυσμένων κοινοτήτων εξέφρασαν απογοήτευση για την απουσία πληροφοριών σχετικά με την ασθένεια και τους τρόπους πρόληψης, ιδιαίτερα σε περιοχές με χαμηλές συνθήκες διαβίωσης και ανεπαρκή πρόσβαση στην υγεία.
Η διφθερίτιδα, σε αντίθεση με τον χανταϊό, μπορεί να προληφθεί μέσω εμβολιασμού. Ωστόσο, η επιτυχία των εμβολιαστικών εκστρατειών προϋποθέτει στοχευμένη επικοινωνία και συνεργασία με τις τοπικές κοινότητες, ώστε να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Influencers and others on social media have seized on the hantavirus outbreak to revive disinformation that sowed distrust during the Covid-19 pandemic. Here’s what to know.
— The New York Times (@nytimes.com) May 13, 2026 at 3:25 PM
Η διαφάνεια αποτελεί θεμέλιο στη διαχείριση κρίσεων δημόσιας υγείας. Οι αρχές οφείλουν να εξηγούν με σαφήνεια τις αποφάσεις τους, να αναγνωρίζουν τα άγνωστα στοιχεία και να επικοινωνούν τις εξελίξεις με ειλικρίνεια. Η αλλαγή οδηγιών δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ασυνέπεια, αλλά ως φυσική εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης.
Η εμπειρία της πανδημίας COVID έδειξε ότι οι τακτικές ενημερώσεις, η παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η άμεση επικοινωνία με τους πολίτες ενισχύουν την αξιοπιστία. Παράλληλα, η συνεργασία με τοπικούς φορείς και οργανώσεις, που χαίρουν μεγαλύτερης αποδοχής από διεθνείς οργανισμούς, μπορεί να βελτιώσει την ανταπόκριση.
Παραδείγματα όπως το Social Mobilisation Action Consortium στη Σιέρα Λεόνε απέδειξαν ότι η συμμετοχή των ίδιων των κοινοτήτων στην πρόληψη του Έμπολα οδήγησε σε ουσιαστικές αλλαγές συμπεριφοράς και μηδενισμό κρουσμάτων μετά το 2014.
Η εμπιστοσύνη, ωστόσο, δεν χτίζεται εν μέσω κρίσης. Απαιτείται συνεχής προεργασία, διάλογος και εκπαίδευση, ώστε να διαμορφωθούν δεσμοί εμπιστοσύνης ανάμεσα σε πολίτες, υγειονομικούς και θεσμούς. Μόνο έτσι θα είναι δυνατή μια συντονισμένη και αποτελεσματική αντίδραση στην επόμενη επιδημία.