Η βουβωνοκήλη αποτελεί μία από τις συχνότερες παθήσεις του κοιλιακού τοιχώματος και επηρεάζει σημαντικό ποσοστό του ενήλικου πληθυσμού.
Η βουβωνοκήλη αποτελεί τη συχνότερη μορφή κήλης του κοιλιακού τοιχώματος, η οποία εμφανίζεται συγκεκριμένα στη βουβωνική χώρα, στο σημείο δηλαδή της ένωσης του κορμού με τους μηρούς.
Αποτελώντας μία μορφή κήλης, η βουβωνοκήλη έχει ως αποτέλεσμα ένα ή περισσότερα ενδοκοιλιακά σπλάγχνα να διέρχονται προς τα έξω, διαμέσου ενός ευένδοτου σημείου του κοιλιακού τοιχώματος και πιο συγκεκριμένα στη βουβωνική χώρα.
Η πάθηση μπορεί να εμφανιστεί είτε στη δεξιά είτε στην αριστερή βουβωνική χώρα, καθώς οι παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξή της επηρεάζουν σαφέστατα και τις δύο πλευρές καθώς και ολόκληρο το κοιλιακό τοίχωμα. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε πως δεν είναι καθόλου σπάνιο φαινόμενο η ταυτόχρονη εμφάνιση βουβωνοκήλης και στις δύο πλευρές, κατάσταση που ονομάζεται αμφοτερόπλευρη βουβωνοκήλη.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η βουβωνοκήλη εμφανίζεται πολύ συχνότερα στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες, με τη συχνότητα εμφάνισης να είναι περίπου οκτώ έως δέκα φορές μεγαλύτερη. Η αυξημένη αυτή προδιάθεση φαίνεται να σχετίζεται με ανατομικές και βιολογικές διαφορές, αν και οι ακριβείς μηχανισμοί εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής έρευνας.
Η βασική αιτία εμφάνισης της βουβωνοκήλης είναι η σταδιακή εξασθένηση και χαλάρωση των μυών και των ιστών του κοιλιακού τοιχώματος. Παράλληλα, η παρατεταμένη αύξηση της πίεσης μέσα στην κοιλιά (ενδοκοιλιακή πίεση) επιβαρύνει τις «αδύναμες» αυτές περιοχές, διευκολύνοντας τη δημιουργία της κήλης.
Ανάμεσα, λοιπόν, στους σημαντικότερους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης βουβωνοκήλης είναι:
Οι παραπάνω παράγοντες συχνά δρουν συνδυαστικά, με αποτέλεσμα όσο περισσότεροι παράγοντες κινδύνου συνυπάρχουν σε ένα άτομο, τόσο να αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης της βουβωνοκήλης.
Το χαρακτηριστικότερο σύμπτωμα είναι η εμφάνιση μιας διόγκωσης ή εξογκώματος στη βουβωνική χώρα. Η διόγκωση αυτή συνήθως γίνεται πιο εμφανής όταν ο ασθενής σταθεί όρθιος, βήξει ή σηκώσει κάποιο βάρος, ενώ συνήθως ελαττώνεται ή εξαφανίζεται κατά την κατάκλιση.
Εκτός, ωστόσο, από τη διόγκωση, οι ασθενείς μπορεί να αισθάνονται:
Σε αρκετές περιπτώσεις τα συμπτώματα είναι ήπια στην αρχή και επιδεινώνονται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου.
Οι περισσότεροι ασθενείς δεν παρουσιάζουν σοβαρές επιπλοκές στα αρχικά στάδια της νόσου. Παρ’ όλα αυτά, η βουβωνοκήλη δεν θεραπεύεται από μόνη της και συνήθως μεγαλώνει σταδιακά.
Μία από τις συχνότερες επιπλοκές είναι η εμφάνιση μη ανατασσόμενης βουβωνοκήλης. Στην περίπτωση αυτή, το περιεχόμενο της κήλης δεν μπορεί πλέον να επανέλθει μέσα στην κοιλιά, ακόμη και όταν ο ασθενής ξαπλώνει ή ασκείται πίεση στην περιοχή.
Ακόμη σοβαρότερη, εντούτοις, είναι η περίσφιξη της βουβωνοκήλης. Πρόκειται για μία εξαιρετικά επείγουσα κατάσταση, κατά την οποία διακόπτεται η αιμάτωση των οργάνων που βρίσκονται εντός της κήλης. Η περίσφιξη της βουβωνοκήλης απαιτεί επείγουσα αντιμετώπιση, καθώς οποιαδήποτε καθυστέρηση στη θεραπεία της ενέχει σημαντικό κίνδυνο νέκρωσης του εντέρου ή άλλων ιστών που περιέχονται εντός της βουβωνοκήλης, γεγονός που μπορεί να απειλήσει τη ζωή των ασθενών.
Τα συμπτώματα, συνεπώς, που μπορεί να υποδηλώνουν περίσφιξη και θα πρέπει να μας θορυβήσουν είναι:
Όπως μας εξηγεί ο Γενικός Χειρουργός Δρ. Κωνσταντίνος Αποστόλου, η οριστική θεραπεία της βουβωνοκήλης είναι αποκλειστικά χειρουργική, διότι αφορά σε μία αποκλειστικά «ανατομική» πάθηση, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει φαρμακευτική ή συντηρητική θεραπεία που να μπορεί να αποκαταστήσει μόνιμα το πρόβλημα.
Παραδοσιακά, η αποκατάσταση της βουβωνοκήλης πραγματοποιούνταν με την ανοικτή μέθοδο, η οποία, ωστόσο, εξακολουθεί να αποτελεί και τη μέθοδο αναφοράς και σύγκρισης με τις νεότερες ελάχιστα επεμβατικές θεραπευτικές μεθόδου.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η ελάχιστα επεμβατική θεραπεία της βουβωνοκήλης, η οποία περιλαμβάνει την λαπαροσκοπική και την ρομποτική αποκατάσταση της βουβωνοκήλης, εφαρμόζεται ολοένα και συχνότερα, εξαιτίας των πολλαπλών πλεονεκτημάτων που προσφέρει στους ασθενείς. Ωστόσο, η επιλογή της κατάλληλης τεχνικής εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της κήλης, την ηλικία του ασθενούς, το ιατρικό ιστορικό και την εμπειρία του χειρουργού.
Τα βασικά πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής αποκατάστασης περιλαμβάνουν:
Ανεξάρτητα από τη χειρουργική τεχνική που θα επιλεγεί, η χρήση πλέγματος θεωρείται σήμερα θεμελιώδες στοιχείο της επέμβασης. Το πλέγμα ενισχύει σημαντικά το αδύναμο σημείο του κοιλιακού τοιχώματος, ενώ ταυτόχρονα ελαχιστοποιεί την πιθανότητα υποτροπής της βουβωνοκήλης στο μέλλον.
Συμπερασματικά, η βουβωνοκήλη αποτελεί μία εξαιρετικά συχνή πάθηση που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής των ασθενών. Η έγκαιρη διάγνωση και η ορθή, εξατομικευμένη χειρουργική αντιμετώπιση, συμβάλλουν στην αποφυγή εμφάνισης σοβαρών επιπλοκών, όπως η περίσφιξη, ενώ επιτρέπουν στους ασθενείς να επιστρέψουν ταχύτατα στις φυσιολογικές τους δραστηριότητες. Συνεπώς, κάθε «ύποπτη» διόγκωση ή ενόχληση στη βουβωνική χώρα θα πρέπει να αξιολογείται έγκαιρα από κάποιον γενικό χειρουργό.
To άρθρο Βουβωνοκήλη: Σύγχρονες, Ελάχιστα Επεμβατικές Θεραπευτικές Μέθοδοι δημοσιεύτηκε στο NewsIT .